Ακούστε τα ΜΑΝΤΑΤΑ !

Ιδιωτική ιστοσελίδα.
Ά γ ι ο ι _ Θ ε ό δ ω ρ ο ι _ Γ ρ ε β ε ν ώ ν , υψόμετρο 812 μ. (πλατεία), κάτοικοι 1 6 5 .

Λεωνίδας Λόλας, Συνταξιούχος Δάσκαλος (leololas@gmail.com)

Φιλολογία

Η πλαγιαστή καλύβα !
29 του Σεπτέμβρη 2016
  Θυμάστε εκείνον τον ξένο, το μεγάλο ζωγράφο, που ζωγράφιζε γρήγορα κι όμορφα έργα τέχνης, κάνοντάς μας μαθήματα ζωγραφικής μέσα από την τηλεόραση; Δε θυμάμαι το όνομά του, μα κάθε φορά που τον έβλεπα, απορούσα με το πώς μπορούσε τόσο γρήγορα κι επιδέξια να φτιάχνει απίθανα τοπία! Νομίζω πως ήταν Γάλλος.
  Θυμάστε ένα τοπίο με ψηλά βουνά, δασωμένες πλαγιές, χιόνια, ένα ποτάμι με πολύ νερό και καταρράκτες, ένα λιβάδι με μια παλιά καλύβα ή καλυβόσπιτο στην άκρη;
  Ε, αυτό το καλυβόσπιτο θυμήθηκα τον περασμένο Σεπτέμβρη, όταν πήγα να δω τι έφτιαχνε στο σπίτι του ο γείτονάς μου, ο Πέτρος.
  Μετά το θάνατο της μάνας του, τα δυο αδέρφια, ο Πέτρος κι ο Χρήστος μοίρασαν το σπίτι, όπως ήθελαν. Φυσικό ήταν να κάνουν διαρρύθμιση κατά τα γούστα τους.
  Ο Πέτρος, που έχει τη δυτική (κάτω) πλευρά του σπιτιού με την ανάλογη αυλή, σπαρμένη με πράσινο - γκαζόν νομίζω - έφτιανε τη βεράντα του με το μικρό δωματιάκι, που είχε αυτή τη θέα.
  Μπαίνοντας από την πρόχειρη είσοδο της αυλής, που είχε ανοίξει, για να περνάει τα υλικά, έμεινα θαμπωμένος από την ομορφιά που αντίκρισα. 
  Η αυλή του, ένα κομμάτι του οικοπέδου, στρωμένη με πρασινάδα, περιποιημένο γκαζόν και πλακάκια αραιά στη σειρά για διάδρομο!
Ένα μικρό κομμάτι στο τέλος ξεχώριζε ως μικρός κήπος. Μια κοκκινοσκέπαστη ξύλινη κι ομορφοσχεδιασμένη καλύβα - καλυβόσπιτο - έγερνε απαλά στο πλάι, αλλά δυο - τρία καδρόνια, σαν κολόνες, τη στήριζαν να μην ξαπλώσει.
  Μπροστά στο καλυβόσπιτο ήταν τοποθετημένα στη σειρά με χάρη μικρά και μεγάλα κούτσουρα για σκαμνάκια κι ένα μικρούλι άσπρο, παιδικό μάλλον, πλαστικό τραπεζάκι! Άλλα ήταν πελεκημένα εσωτερικά, παλιές ξύλινες ταΐστρες του πατρικού κοπαδιού, ανακυκλώθηκαν και μετατράπηκαν σε γλάστρες, με φυτεμένα μέσα διαλεγμένα πολύχρωμα λουλούδια!
  Πλάι τους στους φράχτες, δεξιά κι αριστερά, καθαρές κοκκινωπές σανίδες, απλωμένες στη σειρά, σα να περίμεναν το μάστορα να τις τοποθετήσει στο χώρο τους.
  Στους φράχτες με το συρματόπλεγμα, φυτεμένα διάφορα καρποφόρα δέντρα με τα ποικιλόχρωμά τους φύλλα και καρπούς. Καρύδια, αμύγδαλα, μήλα κι αχλάδια να σου λένε "πάρε να δοκιμάσεις". 
  Οι κληματαριές, ξαπλωμένες πάνω στο φράχτη, κράταγαν με κόπο τα μαύρα και κόκκινα τσουπωτά τσαμπιά σταφύλια! Ο μούστος περίμενε ανυπόμονος στα σωθικά της κάθε γλυκιάς και γευστικής ρόγας να τον αρμέξεις και να φτιάξεις γερό μπρούσκο κρασί κι αργότερα από τα στέμφυλα να πάρεις το δυνατό ή αδύνατο τσίπουρο!
  Μέσα στο πράσινο, διάσπαρτα μικρά δεντράκια με καρπούς, που λυγίζουν τα κλωνάρια τους να τους προσφέρουν με σεβασμό στους επισκέπτες! Κιτρίνισαν τ΄αχλάδια και τα μήλα κοκκίνισαν από ντροπή, που όλα τα μάτια των περαστικών λαχταρούν να τα χαϊδέψουν!
  Παντού τριγύρω, ψηλά και χαμηλά,  πέτυχα τα φύλλα στην καλύτερή τους ώρα!
Πράσινα, κίτρινα, καφέ, μωβ, πορτοκαλί, ροζ και λίγα βιαστικά μαυρισμένα.
  Μία και μόνη ερώτηση έκανα στον Πέτρο. 
  -Γιατί γέρνει η καλύβα; Λες να πέσει;
  -Όχι! Μου απάντησε ο γείτονας. Δε θα πέσει!
  -Μα δεν την βλέπεις που πλάγιασε; του είπα.
  -Έτσι θα μείνει, πλαγιαστή, είπε.
  Την είδαμε κι εμείς. Μόλις τη στήσαμε και πριν στεγνώσουν τα θεμέλια, πλάγιασε επικίνδυνα από κάποια θεομηνία. Είχε πολλή δουλειά μέχρι να στηθεί. Γι' αυτό και είπαμε, πως δεν αξίζει να την ξαναστήσουμε από την αρχή.
  Αποφασίσαμε, λοιπόν, να τη στηρίξουμε με ξύλινα καδρόνια κι ας μείνει έτσι πλαγιαστή.
  -Α, είπα. Οπότε, θα έχουμε στη γειτονιά μας, σαν αξιοθέατο, μια πλαγιαστή καλύβα!
  -Ναι, ακριβώς! Θα έρχονται να βλέπουν το περιβόλι με την πλαγιαστή καλύβα.
  Ευχαρίστησα τον Πέτρο, πήρα μερικές πόζες της πλαγιαστής καλύβας και του όμορφου περιβολιού και τους χαιρέτησα.
Λεωνίδας Λόλας
  *
Από ζέστη... σε παγωνιά και γρίπη! 
6 του Γενάρη 2017
  Χριστούγεννα στην πόλη και Πάσχα στο χωριό, λένε.
   Δε βαριέσαι; Κάθε χρόνο περνώ τα Χριστούγεννα στην Αθήνα, με την οικογένειά μου και τη δεύτερη ή τρίτη μέρα παίρνω τη συμβία μου, τη Βούλα, κι ανεβαίνω στο χωριό.
  Κατά το έθιμο, που τηρούσε ο τοπικός εκπολιτιστικός σύλλογος "Η ΕΡΓΑΝΗ" τα προηγούμενα χρόνια, τη δεύτερη μέρα διοργανώναμε την εκδήλωση των "Τσιγαρίδων". Καμιά φορά είχαμε και μουσική και μετά τη διανομή των τσιγαρίδων και την ανάλογη οινοποσία το ρίχναμε στο χορό ή τραγουδούσαμε με το στόμα και χορεύαμε.
  Κάποιοι λένε πως δεν μπορούν να φάνε τις παχιές τσιγαρίδες. 
  Λάθος μεγάλο! 
  Όταν έχεις μείον οχτώ ή μείον δώδεκα βαθμούς Κελσίου ή χιονισμένο τοπίο και το καζάνι, αφού στραγγιστεί και ξαναστραγγιστεί πολλές φορές το λίπος, γυρίσει στο ταψί και βλέπεις την τσιγαρίδα να παγώνει απότομα και να μοιάζει με ανάγλυφο έργο καλλιτέχνη, που είναι κρύα απ΄έξω και μέσα ζεστή, τι κάνεις; Δε δοκιμάζεις; 
  Κι όταν δοκιμάσεις και νιώσεις τη νοστιμιά της φύσης να χαϊδεύει το εσωτερικό του στόματός σου, μασάς ή τρως την τσιγαρίδα; 
  Κι αρνείσαι τη μεγάλη επιθυμία να σβήσεις την άψη και τη νοστιμιά με μια γουλιά κόκκινο μπρούσκο κρασί του τόπου μας;
  Και τα βράδια στο τζάκι ένα κύκλο με τα λουκάνικα και τα κάστανα ή μανιτάρια στα κάρβουνα και το κρασοπότηρο ανά χείρας να λες ιστορίες και κουβέντες για τα παλιά και τα νέα ή να πιάνεις και κανένα τραγούδι, έτσι για το χαβά!
  Κι όλο το 12ήμερο περνάει κάπως έτσι με τους χωριανούς και τους φίλους μας, τους νέους γαμπρούς, τις νέες νύφες και τα συμπεθέρια μας, που έρχονται στο χωριό να περάσουν κάποιες ξέγνοιαστες γιορτινές μέρες.
  Έτσι έλεγα να περάσω και φέτος με τη Βούλα, αλλά ... τίποτα!
  Καλά περάσαμε στη Νέα Ιωνία την Παραμονή κι ανήμερα των Χριστουγέννων!
  Στο σπίτι η κόρη μου, Ροϊδούλα, με τα εγγονάκια φρόντισαν να στολίσουν και να φαίνονται όλα όμορφα.
  Στην εκκλησιά μας, τους Αγίους Αναργύρους, ο παλιός Δεσπότης μας, Κωνσταντίνος, κι ο πραγματικά νέος, ευχάριστος, ανθρώπινος κι απίθανος Γαβριήλ, με ομάδα ιερέων, διακόνων, καλογερόπαιδων και πολύ καλούς - μουσικούς ψάλτες, μας μετέφεραν σε άλλα χρόνια κι εποχές, νιώθοντας τι θα πει "χριστουγεννιάτικη λειτουργία"!
  Γυρίζοντας στο σπίτι, η γιαγιά έφτιαξε τα καθιερωμένα για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Βέβαια, είχε αρχίσει από την παραμονή, αλλιώς δε θα τελείωνε ποτέ.
  Καθίσαμε στο τραπέζι ο παππούς, η γιαγιά, η μαμά και τα τρία εγγόνια. Ευχάριστο το περιβάλλον και τα εδέσματα μα, κάποιος έλειπε. 
  Τότε ήταν που ακούστηκαν τα γνωστά βήματα του γαμπρού, του Μιχάλη, και... 
  -Καλά Χριστούγεννα, μπαμπά! ξεφώνισαν τα εγγονάκια. 
  Συνεχίσαμε το φαγοπότι, ήπιαμε κρασάκι κι ευχηθήκαμε ανάλογα της ημέρας.
  Την άλλη μέρα, ξυπνήσαμε κατά βούληση, ετοιμαστήκαμε, ακροπατώντας για να μη μας πάρουν είδηση τα εγγονάκια, που θέλουν να έρθουν κι αυτά μαζί μας, και φύγαμε για το χωριό!
  Αρκετή η κίνηση, αλλά ποιος μας κρατούσε πια;
  Στη Μύκανη της Καλαμπάκας σταμάτησα. 
  Ο γιος μου, Γιάννης, με τη νύφη μου, Νία, και τα δυο από τα τρία τους παιδιά, το Θωμά και τον Πάρη (ο Λεωνίδας δουλεύει στη Νέα Ιωνία, όντας συγχρόνως φοιτητής στο Λογιστικό - Χρηματοοικονομικό Τμήμα της Χαλκίδας) ήταν σε καφετέρια των Γρεβενών με την παρέα τους και θα πήγαιναν στη Βασιλίτσα.
  Κάλεσα το γιο στο κινητό του. 
 -Χρόνια πολλά! Πού βρίσκεστε; 
 -Στα Γρεβενά.
 -Πήγατε στη Βασιλίτσα;
 -Όχι, τώρα θα πάμε.
 -Καλά. Μην αργήσετε άλλο, τους είπα. Νυχτώνει. Αν θέλετε, ελάτε να φάμε στο σπίτι.
  Έκανα την προμήθειά μου κι έφυγα.
  Φτάσαμε κατά τις τρεις το μεσημέρι στο χωριό.  
  Μια ερημιά απλωνόταν παντού. Στην αυλή του κλειστού πια σχολείου ψυχή! Τσιγαρίδες; Δυστυχώς, όχι! 
  Σταματήσαμε στο σπίτι.  Μόνον ο Άργος μας μυρίστηκε κι έτρεξε, γαβγίζοντας, να χαϊδευτεί και να παίξει μαζί μας.
  Το τζάκι κάπνιζε.
  Τα παντζούρια ανοιχτά κι η πόρτα κλειδωμένη. 
  Το θερμόμετρο του τοίχου έξω από την πόρτα ήταν στο μηδέν.
  Ξεφορτώσαμε και τακτοποιήσαμε τα πράγματά μας. 
  Ετοιμάζαμε τραπέζι με τριπλό καλό κεμπάπ - σουβλιμάδα από τη Μύκανη Καλαμπάκας : χοιρινό, πρόβειο και κοτόπουλο.
  Κατέβηκα στο υπόγειο κι άνοιξα το γιοματάρι. Το καλοκοίταξα, το μύρισα, το δοκίμασα και ... ψήλωσα ένα μέτρο από την περηφάνια και την ευχαρίστηση! 
  -Τι έφτιαξα, πάλι,  ο άνθρωπος; αναρωτήθηκα.
  Έβγαλα τα μερίδια, τα φιλέματα, το δικό μου και του γιου κι ανέβηκα ευχαριστημένος. Ποιος έδινε σημασία στην παγωνιά;
  Μπήκα στον κήπο κι έκοψα ένα λάχανο για τη σαλάτα μας.
  Πήρα δυο ξύλα κι ενίσχυσα τη φωτιά στο τζάκι.
  Καθίσαμε στο τραπέζι κι αρχίσαμε το κοτόπουλο και το πρόβειο. Αφήσαμε το χοιρινό, που αρέσει στα παιδιά. 
  Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια με το νέο κόκκινο κρασί. Τέλεια ηδονή!
  Μόλις, τέλειωσε το πρόβειο, ο Άργος μάς ειδοποίησε πως κάποιος ήρθε. 
  -Ήρθαν τα παιδιά! είπα στη Βούλα.
  Άνοιξε η πόρτα κι όρμησαν μέσα. Ποιος καλωσόριζε τον άλλον; Μπερδευτήκαμε, αλλά τα βρήκαμε με τους χαιρετισμούς, τα φιλιά και τις ευχές.
  -Καθίστε να φάτε κι εσείς.
   Το τραπέζι συνεχίστηκε ευχάριστα παρά την πρώτη μαυρίλα :
  -Ο Πάρης αρρώστησε. Δεν είναι καλά. 
  -Πότε; Τι έχει;
  -Μάλλον ίωση. Γρίπη!
  Και να ετούτο και να εκείνο, να συνέλθει, μην κρυώσει, να φάει κάτι για να πάρει το σιρόπι, το χάπι... Πόσο πυρετό έχει; 3839; Ούου! Τι θα κάνουμε; Θα δούμε.
  Την άλλη μέρα πήγα στην εκκλησία για ψάλτης! 
  -Δόξα τω Θεώ! Μέχρι εδώ όλα καλά κι όλα παλεύονται. Μόνον ο Πάρης να γίνει καλά.
  Όλη την ημέρα χα χα χα κι από δω κι από κει, αλλά... ο Πάρης ανεβάζει πυρετό! 
  -Θέλει γιατρό, είπε ο πατέρας του κι έφυγαν για την Αθήνα το απόγευμα της Τρίτης.
   Μείναμε με τη Βούλα αποσβολωμένοι! 
   Μόνοι, ναι, για να ξεκουραστεί η γιαγιά, που κάνει τα πάντα για παιδιά κι εγγόνια όλο το χρόνο και τίποτα γι΄αυτήν. Ευκαιρία να ξεκουραστεί, αλλά το παιδί; Πίκρα!
   Την Τετάρτη κάναμε δυο επισκέψεις να δούμε σόι. Η Βούλα πήγε και για καφέ στη γειτόνισσα!
   Το βράδυ πήγα στο καφενείο να δω τους φίλους και χωριανούς. Πέρασα από δυο καφενεία και γύρισα στις δώδεκα και είκοσι. Βλέπω τη Βούλα στο κρεβάτι αλλά "ακούγεται" κάπως...
  -Βούλα, τι έχεις; 
  -Το στομάχι μου... Με τάραξε!
  Κάτι πήρε, αλλά ... ξενυχτήσαμε με εμετούς και τέτοια.
  Άρχισε το μαρτύριο...
  Την Πέμπτη μείναμε στο σπίτι. Είχα πολλή κι επείγουσα εργασία στον υπολογιστή. Δούλεψα όλη την ημέρα, ενώ η Βούλα είχε φοβερό πονοκέφαλο! Δε σηκώθηκε από το κρεβάτι κι εγώ εργάστηκα όλη τη νύχτα, προσφέροντας και τις υπηρεσίες μου σα νοσοκόμος, παράλληλα.
  Το πρωί της Παρασκευής, αισθανόμουν γριπωμένος. Έπρεπε να πάω οπωσδήποτε στα Γρεβενά για δουλειές του Δασικού Συνεταιρισμού Γεωργίτσας. Σαν ταμίας έπρεπε να στείλω επιστολές στα μέλη κι άλλες ενέργειες, να κλείσω το ταμείο, τελευταία εργάσιμη μέρα της χρονιάς.
  Κατά τις έντεκα ήμουν στα Γρεβενά. Έτρεξα από δω, έτρεξα από κει, τέλειωσα τα επείγοντα. 
  Γύρισα στο χωριό το μεσημέρι. Η Ελένη - ας είναι καλά! - μας φίλεψε με τραχανόπιτα! Λουκούμι μας ήρθε! Άλλωστε η Βούλα συνέχιζε το κρεβάτωμα. Ο πονοκέφαλος συνέχιζε ακάθεκτος.
  Αφού τέλειωσα τις υποχρεώσεις μου, έλεγα πως θα βγω στο καφενείο. Αμ, δε! Το κεφάλι άρχισε να ζεσταίνεται, παρά το ό,τι βγήκα λίγο στην αυλή για τον Άργο, τις γάτες, τις κότες και τον κήπο κι είχε όλες τις μέρες από μείον δώδεκα μέχρι μηδέν βαθμούς.
  Έμεινα κι εγώ στο σπίτι...
  Μείναμε μέσα όλες τις μέρες. Παραμονή, Πρωτοχρονιά, Δευτέρα, Τρίτη και με τίποτα δεν έπαιρνε τέλος η γρίπη. Κάπως καλύτερα αισθανόμουν μόνον εγώ. Η Βούλα, τίποτα.
  Την Τετάρτη ξανακατέβηκα στα Γρεβενά. Ψώνισα ό,τι ήθελα και την Πέμπτη φύγαμε για την Αθήνα. Είναι Φώτα, σήμερα, κι η γρίπη συνεχίζεται... Τέτοιες διακοπές μην ξανάρθουν.
  Στα δώδεκα άτομα της οικογένειάς μου αρρώστησαν οι εννιά! 
  Ούτε Πρωτοχρονιά ούτε Φώτα στην εκκλησία κι ούτε τσιγαρίδες! Και το μέλλον αόρατο...
  Τα χιόνια στην Ελλάδα επανήλθαν, η θερμοκρασία έπεσε πολύ πολύ χαμηλά κι η γρίπη ... κάνει θραύση. 
  Παγωνιά, χιόνια, γρίπη και κρύο!
  Καλή χρονιά, από δω και πέρα!
 Λεωνίδας Λόλας
  *
Στο Γιδά (Αλεξάνδρεια)
27 του Νοέμβρη 2016
  Σήμερα, είχαμε τα "σαράντα" της απελθούσας θείας μου, Αλεξάνδρας Ευσταθίου - Γκαμπράνη, στον ιερό ναό της κοίμησης της Παναγιάς του Γιδά.
  Κάποτε ακούγαμε Γιδά κι εννοούσαμε σκάλισμα και μάζεμα μπαμπακιών κι επομένως εργασία και λεφτά για τους νέους Γεωργιτσιώτες και Γεωργιτσιώτισσες. 
  Τούτα τα χρόνια της "κρίσης", δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, η κατάσταση άλλαξε. Μεταξύ μας - το σόι - βρισκόμαστε μόνον σε κηδείες και μνημόσυνα.
  Οι λόγοι είναι προφανείς: 
  Δεν υπάρχουν τα λεφτά για πολλά - πολλά ταξίδια. 
  Για τον ίδιο λόγο δε γίνονται γάμοι ή γίνονται χωρίς τραπέζια...
  Τα πανηγύρια λιγόστεψαν, έχασαν την αίγλη τους ή έσβησαν.
  Η οικονομική κλεισούρα μάς αποξένωσε από το σόι.
  Σήμερα, λοιπόν, είχαμε την ευκαιρία ν' ανταμώσουμε με πρόσωπα του περασμένου αιώνα, που τα βλέπουμε σπάνια. 
  Αντάμωσαν τα πρώτα ξαδέλφια της απελθούσας Αλεξάνδρας κι απόγονοι πρώτων ξαδελφιών:
  Ο πατήρ Κοσμάς Παπαϊωάννου κι η Χρυσούλα Λαβανίτσα - πρώτα ξαδέλφια της απελθούσας. Η Γιώτα Τσαντήλα με τα παιδιά Νίκο και Μαρία - απόγονοι της πρωτεξαδέλφης Γιαννούλας Λαβανίτσα, η Καλλιόπη Λόλα κόρη του πρωτεξαδέλφου Μιχάλη Λόλα με το σύζυγό της Βαγγέλη, η αδελφή μου Ροϊδούλα Λόλα κι εγώ, ο Λεωνίδας Λόλας, παιδιά της πρωτεξαδέλφης Ροϊδούλας Παπαϊωάννου, συναντηθήκαμε κι, αφού πράξαμε τα δέοντα στην εκκλησιά, καθίσαμε στο τραπέζι, που παρέθεσε η πενθούσα οικογένεια της Αλεξάνδρας, ο Σωτήρης Γκαμπράνης, σύζυγος, και τα παιδιά της Κατερίνα και Γιαννούλα.
  Η μικρή Μαρία, εγγονή της Γιαννούλας Λαβανίτσα, ήθελε να φωτογραφήσει τον πατέρα Κοσμά, αλλά ντρεπόταν. Έτσι, ζήτησε από τη θεία της, Χρυσούλα Λαβανίτσα, να της κάνει τη χάρη να φωτογραφηθεί μαζί του και χωρίς να το θέλει πέτυχε να αφήσει αξιόλογο φωτογραφικό υλικό για το σόι μας.
  Στις φωτογραφίες περιλαμβάνει κόσμο δυο αιώνων!
  Ο π. Κοσμάς κι η Χρυσούλα κοντεύουν δυο αιώνες μόνοι τους! 
  Μαζί τους δένεται το σόι με τη Γιώτα, τη Ροϊδούλα, το Βαγγέλη. Άνθρωποι που ζουν σκορπισμένοι στην Ελλάδα, αλλά είναι κοντινοί συγγενείς!
  Να είσαι καλά, Μαράκι μου, με τις φωτογραφίες σου! 
  Κι εσύ, Αλεξάνδρα, να αναπαύεσαι εν ειρήνη, εκεί που βρίσκεσαι! Εμείς εδώ θα σε θυμόμαστε με αγάπη και συγχώρεση. Το σόι έσμιξε και σήμερα κι αφορμή ήσουν εσύ!    
Λεωνίδας Λόλας
  *
Στη νονά μου
26 του Σεπτέμβρη 2016
  Είπα να κάνω μια βόλτα με τα πόδια στο χωριό μου, σήμερα, και να δω μερικούς χωριανούς μου.
  Τράβηξα κατά το μαχαλά με τα διακιώτικα σπίτια, είναι τα πρώτα που χτίστηκαν στο χωριό μας το 1970 κι ήταν όλοι Διακιώτες οι ιδιοκτήτες.
  Είχα καιρό να δω το φίλο μου, το Θανάση, την κουμπάρα μου Βάια, και τη νονά μου, τη Φανή.
  Περνώντας από το φίλο μου, τον είδα στη βεράντα με το γιο του Χρήστο, τη νύφη του και μια φίλη τους. Στάθηκα κάμποσο στη βεράντα μαζί τους, δεν ήθελα να καθίσω, όπως μου πρότειναν. 
  Είπαμε αρκετά για την υγεία μας, τα καφενεία μας, τις ομάδες μας, για τα μανιτάρια, το φέις μπουκ, τα σχέδια του Χρήστου, για το εγγύς μέλλον, και τράβηξα για την κουμπάρα μου, τη Βάια. 
  Είπαμε αρκετά με την κουμπάρα. Θυμηθήκαμε τις παλιές καλές μέρες με τον κουμπάρο και τα παιδιά μας, μέχρι που ο ήλιος άρχισε να κατεβαίνει προς τα βουνά. 
  Τελευταίος προορισμός η νονά μου. Τη βρήκα στη βεράντα της, καθισμένη στην πολυθρόνα της. Κάθισα στην απέναντί της κι αρχίσαμε να λέμε, να λέμε ... και σταματημό δεν είχαμε.
  Είπαμε για τα παλιά. Για τη Γεωργίτσα και τους Γεωργιτσιώτες όλους! Για τους ξενιτεμένους στα πέρατα της γης. Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας. Για τα βάσανα της ζωής της και το χαμό του άντρα της. Τον ίλιγγο που δεν την αφήνει ποτέ και που, μόλις κάνει πως την αφήνει, τη θυμάται αμέσως...
  Είδα τον ήλιο να βασιλεύει και σηκώθηκα να φύγω. Έβγαλα μερικές φωτογραφίες τη νονά μου, το παρτέρι απέναντί της και τραβώντας για το σπίτι, έπαιξα λίγο κρυφτούλι με τον ήλιο, που χανόταν πίσω από το κιόσκι της στάσης του λεωφορείου.

  Στη συνέχεια, πέρασα μπροστά από το σπίτι του Κυριάκου και της Αγγελικής του Περικλή. Σε λίγες μέρες θα φύγουν για το Βέλγιο. Θα ξανάρθουν μια κι είναι συνταξιούχοι κι οι δυο. 
  Τράβηξα μερικές φωτογραφίες τα λουλούδια στις κολόνες και την αυλόπορτα κι έφυγα για το σπίτι μου.
  Πάει κι αυτή η μέρα πέρασε ήσυχα. 
  Καιρός για το καφενείο. 
Λεωνίδας Λόλας
  *
Εικόνες που μιλάνε !
12 του Σεπτέμβρη 2016
  Πετάχτηκα στο σπίτι του πατρός Κοσμά να ρίξω μια ματιά, τυπικού ελέγχου, και να τρυγήσω τα σταφύλια των κληματαριών.
  Η εποχή μιλάει μες από τις εικόνες της!
  Τα ρόδια είναι στην καλύτερη ώρα τους! 
  Όμως η συνεχής βροχή των ημερών θα τα αποτελειώσει. Όλα σχεδόν θα σκάσουν (στα γέλια;) κι ο παραγωγός δε θα ανταμειφθεί, όπως πρέπει.
  Πέρασα στον παραδεισένιο κήπο - αυλή του σπιτιού, με το γρασίδι μεγαλωμένο αρκετά, έργο του Πάνου, περιμένοντας τον αφέντη του να το κουρέψει.
Κουίζ : Βλέπετε πουθενά τον κόκορα;
  Άνοιξα τη σκάλα κάτω από τις κληματαριές με τις σταφίδες.
  Η άσπρη σταφίδα είχε ωριμάσει και διάλεξα τις κακόμορφες, αφήνοντας τις καλές για να τις φάνε τ΄αφεντικά. 
  Τα ζώα της αυλής και της γειτονιάς παραξενεύτηκαν για την επίσκεψή μου κι αποφάσισαν να μάθουν τι συμβαίνει.
Κι οι δυο μπροστά στο μικρόφωνο !
  Απ΄τη γωνιά του σπιτιού πρόβαλε μια μαύρη γάτα, απορημένη για την αναπάντεχη παρουσία μου, και στάθηκε στο υπόστεγο κάτω απ΄τις πλατύφυλλες μουριές στο υπαίθριο δροσερό σαλόνι υποδοχής των επισκεπτών. Με εξέτασε με τη ματιά της κι αφού σιγουρεύτηκε, πως δεν κινδυνεύει από μένα, κάθισε κι απολάμβανε την απογευματινή ζέστη.
"Πόθεν" είσαι ;

  Σε λίγο ένα παράξενο γατάκι την πλησίασε. Τα χρώματά του ασυνήθιστα σα ζωγραφισμένο από παιδί, που δεν ξέρει ακόμα από αρμονία και χαρακτηριστικά του είδους. Η μάνα του το μάλωσε, γιατί δεν έδειχνε τη δέουσα συμπεριφορά, αφού δεν πρόσεχε τον αναπάντεχο επισκέπτη - τρυγητή. Εκείνο κάθισε, παίρνοντας μια απίθανη στάση που, δυστυχώς, δεν πρόλαβα ν΄απαθανατίσω!
  Σε λίγο ο κόκορας της γειτονιάς από τα κάγκελα της μάντρας, κοντά στην πράσινη μηλιά με τα πράσινα χινοπωρινά μήλα, μου λάλησε το μήνυμα : "Τι ζητάς σ΄αυτήν την αυλήηηη; Εδώ είμαι βασιλιάς μόνον εγώωωωω"!
  Πρόλαβα και τον φωτογράφισα. Εκείνος δε συμφωνούσε και μου επανέλαβε το μήνυμα από τα κάγκελα κάτω  από το πλαγιαστό μεγάλο πεύκο. Ύστερα πήδηξε στο διπλανό οικόπεδο με το πρόχειρο κοτέτσι, όπου τον περίμενε το ορνιθένιο χαρέμι του.
  Κατέβηκα από τη σκάλα και την έκλεισα. 
  Πήρα τα δοχεία μου και πλησίασα προς τη μάντρα, που γειτόνευε με το κοτετσόσπιτο. Τα κλήματα - μικρές κληματαριές είχαν τη δική τους ζωή. Άλλα ωρίμαζαν ακόμα τα σταφύλια τους κι άλλα προσπαθούσαν να κρύψουν κανένα κοκοτσέλι από τον κόκορα, αλλά και τα σπουργίτια και τις καρακάξες για τ΄αφεντικά τους, που αργούσαν να τα επισκεφτούν.
  Τρύγησα τα ώριμα πολλών χρωμάτων και πολύγευστα σταφύλια, αφήνοντας πού και πού κάποια αξιόλογα για να τα γευτούν οι ιδιοκτήτες, αν συμφωνήσουν και τα σπουργίτια.
  Πήρα τα σταφύλια, χαιρέτησα το φυτικό και ζωικό κόσμο της γειτονιάς και με τη συνοδεία του Άργου, το σκυλάκι μας, έφυγα για το σπίτι. 
  Δόξα σοι, Κύριε, για την απίθανη ημέρα, που μου χάρισες!
Λεωνίδας Λόλας
  *
Αρχή υλοτομίας!
30 Μάη 2016
  Σήμερα, Δευτέρα, 30 του Μάη 2016, στις 7:00 το πρωί ξεκινήσαμε για τη Γεωργίτσα.
  24 υλοτόμοι χωριανοί, μέλη του ΔΑΣ Γεωργίτσας, με αρχηγό το Στρατή, τον Πρόεδρο του Συνεταιρισμού μας, φτάσαμε στην 3β συστάδα του δάσους του Συνεταιρισμού στη Γεωργίτσα.
  Η συστάδα ορίζεται από τον Άι Γιώργη, το ρέμα μέχρι την Πλύστρα, το ποτάμι μέχρι τις Τσέρες κι επιστρέφει πάλι στον Άι Γιώργη.
  Ένα τρίγωνο... Παράδεισος! 
  Πήραμε το δρόμο που πήγαινε για το Διάκο. 
  Παντού παραδεισένια ζούγκλα! Τα πάντα έκλεισαν! Αναγκαστήκαμε να καθαρίσουμε με μηχάνημα το δρόμο, αλλιώς δε φτάναμε ποτέ.
  Σταματήσαμε στη μαντρινιά του Τσέκλημα. 
  Το μηχάνημα δεν πρόλαβε να καθαρίσει παρακάτω. Θα έρθει σε λίγο να συνεχίσει.
  Σταματήσαμε τα αυτοκίνητα. 
Πρωινό προσκλητήριο από τον Αντιπρόεδρο του ΔΑΣ Αγίων Θεοδώρων, Στέργιο Ψευτογκά.
  Πήραμε παρουσίες και μετρηθήκαμε σαν τα κλωσόπουλα. Ένας, δύο... είκοσι τέσσερις!
  Γέμισαν γρήγορα τα μηχανάκια, ζευγάρωσαν τα τσεκούρια με τα μηχανάκια και...
  Πάμε για να ... λάβουμε θέσεις! 
  Τοπίο και φύση... απίθανη! 
  Παράδεισος!!!
  Όσοι έζησαν στη Γεωργίτσα θυμούνται το σημείο που περνούσαμε το ποτάμι για να πάμε από τη γκρεμίνα στο Διάκο. Από κει άρχισαν οι υλοτόμοι. Από το χωράφι με το μαντρί και το ματέρι του Γιάννη Λόλα του Γεωργίου.
  Αδιαπέραστο το δάσος της βελανιδιάς σου έκρυβε τα πάντα πίσω και μέσα του.
  Κάτω η γη σκεπασμένη με πλούσιο χόρτο μέχρι το γόνατο, πλουμισμένο με άπειρα πολυσχέδια και πολύχρωμα λουλούδια! 
  Κάθε είδους ζουζούνια και σκαθάρια, έντομα και πουλιά που ζουζούνιζαν το σκοπό τους ή κελαηδούσαν ανέμελα στου δάσους την απεραντοσύνη!
  Οι μυρωδιές και τ' αρώματα έφταναν βαριές στη μύτη, προσπαθώντας να σηκωθούν στην ατμόσφαιρα με την πρωινή υγρασία, που έβρεχε τα παντελόνια μας μέχρι το γόνα.
Ο Πρόεδρος του ΔΑΣ Γεωργίτσας σε έναν πίνακα ζωγραφικής !
  Πήρε φωτιά η μηχανή μου!
  Δεν ήξερα τι να πρωτοφωτογραφίσω.
  Έσκυψα ευλαβικά στην καβαλαριά και στ' άλλα αγριολούλουδα. 
  Χόρτασαν τα μάτια μου από χρώματα και σχέδια! 
  Χόρτασε η μύτη μου άρωμα αγριολούλουδων!
  Χόρτασε η ψυχή μου από την ομορφιά, που με απλοχεριά σκόρπισε ο Ύψιστος στη φύση!
  Τρύπωσε μέχρι το μεδούλι η δροσιά του δάσους!
  Γέμισαν τ' αυτιά μου γλυκολάλημα και κελάηδημα της ατέλειωτης φτερωτής ορχήστρας με μαέστρο το αηδόνι!
  Πού βρέθηκα, Θεέ μου, σήμερα; 
  Είναι καλύτερα στον Παράδεισό σου από τούτον τον επίγειο; 
  Συγχώρα με, Θεέ μου! 
  Σ΄ευχαριστώ για τούτο το μεγάλο και πολύτιμο δώρο, που μου φύλαγες για τα εξηκοστά έκτα γενέθλιά μου !
Ένας τσεκουράς κι ένα μηχανάκι σε... παραλλαγή !
  Μέτρησα τις μηλιές, καρυδιές, κρανιές, σουρουβιές, πεύκα και άλλα δέντρα που φύτεψε τότε παλιά πλάι στην καλύβα και το μαντρί ο ξάδερφός μου, ο Γιάννης, και με συντροφιά τον καλοκάγαθο φίλο μου, το Θύμιο, πήραμε το δρόμο τις επιστροφής στην καθημερινότητα της ζωής του χωριού μας, τους Αγίους Θεοδώρους. 
  Την υλοτομία της συστάδας ανέλαβαν οι υλοτόμοι με τις οδηγίες του Στρατή.

  Καλή δουλειά και καλή σοδειά!
Λεωνίδας Λόλας
*
"Μαρτάρα" !
  7 του Οχτώβρη 2015
  Είναι η εποχή που βοηθάει τον κόσμο να τρέφεται από τη φύση.
  Πήγε ο φίλος μου, ο Τάκης, στο δάσος και μάζεψε 3-4 σακούλες μανιτάρια! "Είχε κι άλλα", λέει, "αλλά δεν μπορούσα να τα μαζέψω. Πού να τα βάλω;"
  Τα περισσότερα είναι "ζαρκαδίσια"! Αρκετά "κοτόπουλα του δάσους" και πολλά "πρόβεια". Οι ονομασίες είναι ντόπιες. Δε μ' αρέσει να χρησιμοποιώ τις λατινικές, επιστημονικές ονομασίες. Μ' αρέσει να μιλώ, όπως έμαθα από τη μάνα μου.
  Ανέβασα τα "κοτόπουλα" στο διαδίκτυο και ρώτησα τον Πρόεδρο της Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Μανιταρόφυλλων της Ελλάδας, το φίλο μου Γιώργο Κωνσταντινίδη, τι είναι κι αν τρώγονται. 

  "Κοτόπουλα του δάσους" μου λέει. 
  Διαβάζοντας στο διαδίκτυο έμαθα πως τα κοτόπουλα τρώγονται φρέσκα κι αν είναι τρυφερά. Τελευταία, όμως, κάτι αναλύσεις έδειξαν διάφορα συμπτώματα, που τα κατατάσσουν στα μη εδώδιμα. Κάποιοι επιμένουν να τα τρώνε κι είναι πολύ νόστιμα. 
  Έριξα κι εγώ τα "κοτόπουλα" στα κοτόπουλά μου κι ησύχασα. Ποτέ δεν τρως μανιτάρι που δεν το ξέρεις. Είναι κανόνας : Δεν το ξέρεις, δεν το τρως.
  Ανάμεσα στα "πρόβεια" υπήρχαν τρια μεγάλα. Πόσο μεγάλα; ΄
 Ένα ήταν μισόκλειστο κι έμοιαζε σαν ανάποδο ημισφαίριο με πόδι δυο φορές σαν τον αντίχειρα. Ένα πλησίαζε στο πρώτο, αλλά ήταν ανοιχτό , επίπεδο με διάμετρο μια παλάμη. Το τρίτο όμως μ' έκανε να γουρλώσω τα μάτια μου. Δεν πίστευα στα μάτια μου! Ήταν σαν το δίσκο του καφετζή! 
  Το κοίταζα από 'δώ το κοίταζα από κει και δεν το πίστευα. Τόσο μεγάλο μανιτάρι; 
-Κι όμως υπήρχε μεγαλύτερο, αλλά δεν το πήρα, γιατί δεν είχα πως να το πάρω, μου είπε ο Τάκης. Κι αυτό μου γέμισε τη σακούλα και πάλι έσπασε. Δε χωρούσε καλά. 
 Το φωτογράφισα πολλές φορές και δεν χόρταινα να το βλέπω. Σηκώθηκαν κι άλλοι, πελάτες του καφενείου του Μάκη, όπου έγινε η παραλαβή, και το φωτογράφισαν. 
  Πήρα τα μανιτάρια στο σπίτι μου και τα τακτοποίησα στο ψυγείο. Βόλεψα πρώτα τα υπόλοιπα και μετά έβαλα το μεγάλο επίπεδο σε ένα πιάτο. Σχεδόν γέμισε το πιάτο. Το κυρτό το έβαλα σε ένα ποτήρι να φαντάζει ο θόλος του. Άρχοντας είναι, σκέφτηκα! 
  Τη μεγάλη μαρτάρα; Έτσι την έλεγε η μάνα μου. Πού να τη βολέψω; Μόνο στο κεφάλι για μεξικάνικο σομπρέρο ήταν. Την έβαλα πάνω από όλα τα άλλα στο ράφι του ψυγείου, που γέμισε, κι έκανα όνειρα. Θα κάνω μ' αυτήν ... Και, τελικά, μ' αυτήν στο μυαλό μου κοιμήθηκα.
  Την άλλη μέρα δεν ξεκολλούσε ο νους μου από τα σχέδια για τη μαρτάρα.
  Να την ψήσω στο τζάκι και να 'χω παρέα με τσίπουρο ή κρασί να τη χαζεύουμε; Μπα! Δε θα μπορώ να την κουμαντάρω και θα χαλάσει το θέαμα. Να τη βάλω στη σχάρα; Μπα! Να την αποξηράνω; Μπα, έχει αρχίσει να σπάει και θα διαλυθεί. Να την τηγανίσω; Να τη μαγειρέψω με σπανάκι; Να την τηγανίσω με αυγά ομελέτα; Όχι! Όχι! Αξίζει καλύτερης μεταχείρισης...
  Τελικά, το πήρα απόφαση. Θα την ψήσω στο ταψί! Έτσι θα κάμω. 
 Πήρα το δεύτερο ταψί, που είχε ψηλά πλαϊνά, έριξα μέσα λαδάκι, αλατάκι, ρηγανούλα και την ξάπλωσα ανάσκελα.
  Διάλεξα τα υλικά ένα - ένα και με μεράκι μέσα σε δυόμισι ώρες την έφτιαξα κούκλα! Μια απίθανη μαργαρίτα - νυφούλα! Τη φωτογράφισα για να τη θυμάμαι και την έβαλα στο φούρνο για 25 λεπτά περίπου. 
  Όταν βγήκε, ήταν λαχταριστή! Τη δοκίμασα και... τρελάθηκα! Πωπωπώ, τι νόστιμηηη! Έκανα σαν τρελός! Με δική μου συνταγή, εκείνης της ημέρας δημιούργησα ένα θαύμα! Α, ρε μαρτάρα! Μιλούσα μόνος μου με περηφάνια. Έτσι κάνουν οι δημιουργοί συνταγών, σκέφτηκα. Έτσι της άξιζε!
  Πήρα τηλέφωνο το φίλο μου, το Θανάση, να έρθει να τη χαρούμε μαζί με δικό μου κρασί του 2012. Πέρασε κι ο Χρήστος ο υδραυλικός και τη δοκίμασε δεύτερος. Ε, να μην τηλεφωνήσω και στον Τάκη, που μου τη χάρισε; Τέσσερα άτομα φάγαμε, την απολαύσαμε, ήπιαμε το κρασάκι μας και περίσσεψε και μια μερίδα για το βράδυ ή αύριο!
  Α, ρε μαρτάρα! Για σένα ανακάλυψα νέα συνταγή. 
  Λεωνίδας Λόλας
  *
Μας τα είπαν !
31 του Δεκέμβρη, 2014
  Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2015
  Σηκωθήκαμε ευχαριστημένοι, που κοιμηθήκαμε στον καιρό της κρίσης με αναμμένο τζάκι και καλοριφέρ! Έπεσε, βλέπεις, η τιμή του πετρελαίου και μπορούμε να βάλουμε κι άλλο, αφού είμαστε κι οι δυο συνταξιούχοι. (Τυχεροί εμείς οι συνταξιούχοι, που ακόμα παίρνουμε κάθε μήνα όση σύνταξη μας άφησαν οι μειώσεις που επέβαλε η Κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά και του Ευάγγελου Βενιζέλου - Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ αντίστοιχα!) Οι άνεργοι τι θα κάνουν;
  Ρίξαμε μια ματιά έξω κι είδαμε μια σπιθαμή χιόνι να σκεπάζει τα πάντα! Ομορφιά ατέλειωτη! Όλα κατάλευκα!
  Από το πρωί περιμένουμε κάτι, σχεδόν ανήσυχοι, και δε βλέπουμε να έρχεται.

  Νομίζουμε πως δε θα περάσει κανένας φέτος να μας τα πει. Ούτε κι οι "γύφτοι" με τα τύμπανα και τα κλαρίνα που ήρθαν πέρυσι δε θα 'ρθουν. Πώς να 'ρθουν; Φοβούνται το χιόνι. Λίγο το ΄χεις; Αν γλιστρήσουν, τα ψιλά από τα κάλαντα θα φτάσουν μόνο για γάζες κι όχι για φάρμακα και θεραπείες. Η υγεία πληρώνεται, σχεδόν εξ ολοκλήρου, από τον παθόντα. Τα ταμεία ανεβάζουν συνέχεια τη συμμετοχή μας στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψή μας ή κι ακόμα χειρότερα δεν πληρώνουν τίποτα!
  Κόντεψε μεσημέρι και να, κάποια φασαρία ακούγεται στην αυλή. Λες να ήρθαν πάλι τα κλαρίνα; 
   Α, όχι. Τι χαρά ανέλπιστη ήταν αυτή; Τα παιδιά του χωριού - όλα Γυμνασίου και Λυκείου - ήρθαν να μας πουν τα κάλαντα!
 -Να τα πούμε; 
 -Βεβαίως, να τα πείτε.
 -Καλήν ημέραν άρχοντες...
 -Μια στιγμή να σας φωτογραφίσω. Πού ξέρεις πότε και αν μας τα ξαναπούν!
 -Α, όχι! Φώναξαν κάποια και ξέκοψαν από την παρέα τους ή κρύφτηκαν πίσω από τ' άλλα. 
  Η εφηβεία, βλέπεις, τα κάνει να ντρέπονται γι' αυτό που κάνουν κι ιδιαίτερα μην το μάθουν οι φίλοι κι οι φίλες τους.
  Όσα στάθηκαν, και μάλιστα μερικά φώναζαν και τους άλλους να έρθουν - να μην ντρέπονται - φωτογραφήθηκαν με χαμόγελα. Τα φωτογράφισα, τους έδωσα καλό μεταλίκι κι έφυγαν χαζογελώντας για τ' άλλα γειτονόσπιτα.
  Και του χρόνου, ευχήθηκα! 
  Ποιος ξέρει; Μπορεί να μας τα ξαναπούν!
Λεωνίδας Λόλας
*
Προφητεία Αντωνίου Κόμπου - Σιατίστης !
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΙΣΑΝΙΟΥ & ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΟΜΠΟΣ
  «Μας έλεγε, συνέχεια και πολλές φορές με στενοχώρια, τον καιρό της ευδαιμονίας "μεγάλη πείνα θα πέσει στην Ελλάδα, παιδί μου, μεγάλη πείνα..." κι εμείς δυσκολευόμασταν να τον πιστέψουμε.
   Τον καιρό δε που ήταν στο νοσοκομείο στα τελευταία του, μετά... την τελευταία εγχείρηση (το 2005) που έκανε μόλις τον φέρανε στο δωμάτιο κοιτούσε απέναντι την εικόνα του Εσταυρωμένου Χριστού και έκλαιγε σαν μικρό παιδί λέγοντας με την γνωστή ταπεινότητά του "πώς με αξίωσες Χριστέ μου, εμένα και μου απεκάλυψες αυτά τα πράγματα!", προφανώς κάτι σοβαρό είχε δει πιο μπροστά...
  Όταν τον ρωτήσαμε "τι είδες Δέσποτα;" με δυσκολία μας απάντησε, γιατί είχε πρόβλημα με τη φωνή του, "όταν αρχίσει το κακό από την Συρία, να αρχίσετε να προσεύχεστε!" και το επανέλαβε πολλές φορές "εκεί, από την Συρία, όταν ξεκινήσει..." εννοώντας ότι μετά θα πιάσει η μπόρα κι εμάς... Τον ξαναρωτήσαμε "τι άλλο είδες Δέσποτα;" και μας είπε "θα σας πω μετά..." αλλά μετά εκοιμήθη...»
  Διαβάστε παρακάτω λίγα λόγια για τη ζωή του. Ήταν  πραγματικά ένας άγιος άνθρωπος και ένας άξιος Μητροπολίτης.

Ο «ασκητής της πόλης» που δεν ακολουθεί την... τεχνολογία

«ΣΙΤΑΝΙΟΥ KAI ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

  Τον χαρακτηρίζουν «ασκητή της πόλης». Μαγειρεύει μόνος του, καθαρίζει ο ίδιος το μητροπολιτικό σπίτι, δεν χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, ενώ σπάνια μιλά και στο σταθερό. Επισκέπτεται την Αθήνα για να συμμετάσχει στις Συνόδους χρησιμοποιώντας... το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κάνει περιοδείες στα «κουτσοχώρια» με τα πόδια και έχει ξεχάσει πώς είναι τα πλούσια αρχιερατικά άμφια. «Εγώ είμαι ένας καλόγερος», επιμένει ο ίδιος.
  Ο 84χρονος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος ξεχωρίζει για τη λιτή και ταπεινή ζωή που κάνει. Μητροπολίτης από τις «Νέες Χώρες», τρέφει θαυμασμό για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, «είναι άγιος άνθρωπος», λέει.
  «Τι να το κάνει ένας καλόγερος το κινητό, αφήστε που βλάπτει κιόλας», απαντά με χαμόγελο στην παρατήρηση των «ΝΕΩΝ», ότι δεν ακολουθεί την τεχνολογία. «Εγώ είχα γέροντα τον Μητροπολίτη Κορινθίας, που πήγε μετά στην Αμερική. Αυτός μου είχε πει ότι ο επίσκοπος είναι καλόγερος και έτσι πρέπει να είναι». Όταν καλείται να σχολιάσει το ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους μητροπολίτες, περιορίζεται να πει πως «πρέπει να έχουμε ακτημοσύνη, καρτερία και παρθενία, αυτές είναι οι αρετές του μοναχού».
  «Άγιος άνθρωπος». Οι κάτοικοι της Σιάτιστας κάνουν λόγο για «άγιο άνθρωπο», που είναι κλειστός, δεν δίνει δικαιώματα και ζει όπως οι καλόγεροι. Μερικοί υποστηρίζουν ότι έχει περιορισμένη παρουσία στα κοινά, τονίζοντας πάντως ότι αποτελεί «στάση ζωής» για τον ίδιο. «Είναι κάτι παραπάνω από καλός. Δεν είναι διακοσμητικός, αρνείται τα λούσα και τις πολυτέλειες, ούτε αυτοκίνητο δεν έχει», είπε ο κ. Γιώργος Ράμος, που διατηρεί περίπτερο στη Σιάτιστα. «Τι σχέση μπορεί να έχει αυτός ο μητροπολίτης με τους άλλους, που έχουν καταθέσεις δισεκατομμυρίων», συμπληρώνει ο κ. Νίκος Τζάλας.
  Ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης απαντά με χαμόγελο σε όλα. Όταν όμως καλείται να σχολιάσει τα σκάνδαλα που συνταράσσουν το τελευταίο διάστημα την Εκκλησία της Ελλάδος, παίρνει αποστάσεις. «Δεν θα κρίνω κανέναν, εγώ είμαι πιο αμαρτωλός απ' όλους, δεν μπορώ να πω τίποτε. H Ιεραρχία αποφάσισε να γίνει κάθαρση», λέει και κλείνει το θέμα.
  «Ευτυχώς έχουμε δωρεές». Όσο για τις περιουσίες των Μητροπόλεων, ο ίδιος αποκαλύπτει, χωρίς μάλιστα να ερωτηθεί, ότι τα ετήσια έσοδα από τους ναούς δεν υπερβαίνουν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ. «Ευτυχώς έχουμε και κάποιες δωρεές και φροντίζουμε τα παιδιά να σπουδάσουν· με πενταροδεκάρες και φραγκοδίφραγκα χτίσαμε μοναστήρια», λέει. H Μητρόπολη Σιατίστης πληρώνει το ενοίκιο δύο φοιτητών στη Θεσσαλονίκη, ενώ χορηγεί μηνιαίο βοήθημα 100 ευρώ σε φοιτητές που κατάγονται από την περιοχή.
  Είναι πρόθυμος να ξεναγήσει στα διαμερίσματα της Μητρόπολης, ενώ παράλληλα ικανοποιεί όλα τα αιτήματα υπαλλήλων και μοναχών. H μοναχή Ειρήνη, από το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, που επισκέφθηκε τη Μητρόπολη για δουλειές του μοναστηριού, λέει: «Δεν τον βλέπετε, πόσο ταπεινός είναι; Ακόμη και τα ράσα του τα πλένει ο ίδιος, δεν αφήνει κανέναν να τον βοηθήσει».
  «Είναι κατ' ουσίαν ασκητής, ζει γι' αυτό που τάχθηκε, που δεν είναι επάγγελμα αλλά λειτούργημα», υποστήριξε ο υπάλληλος της Μητρόπολης κ. Ζήσης Γούτας. Ο Μητροπολίτης ασχολείται και με τις δουλειές, εξυπηρετώντας τον κόσμο που έρχεται να τον συναντήσει. «Δεν αρνείται σε κανέναν να ασχοληθεί με το πρόβλημά του».
  H μεγάλη αγάπη του είναι τα «κουτσοχώρια», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τα ορεινά χωριά της περιφέρειάς του, αυτά των 20 και 30 κατοίκων. «Πήγαινα σε ένα χωριό με στρατιωτικό αυτοκίνητο και τα υπόλοιπα τα περπατούσα με τα πόδια». Αισθάνεται ακμαίος για να συνεχίσει τις περιοδείες του σε όλες τις ενορίες της Μητρόπολης, παρά τα χρόνια του. «Όταν ύστερα από χρόνια δεν θα μπορώ άλλο, θα αποσυρθώ στο μοναστήρι, εκεί είναι η ζωή μου», καταλήγει.»
Από την εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ" διαβάζουμε τα εξής σχετικά:
  «Αντώνιος:
(ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης ­ στην «Εσπρέσσο» ­ για τις μετακινήσεις του στην Αθήνα με τρόλεϊ)
  «Δεν με πειράζει που δεν έχω αυτοκίνητο, όπως οι άλλοι μητροπολίτες, ούτε που με αποκαλούν δεσπότη των τρόλεϊ. Μπορεί να κουράζομαι αλλά, δόξα τω Θεώ, ακόμη κρατιέμαι γερά στα πόδια μου».»
[ΤΑ ΝΕΑ , 22/11/2001 , Σελ.: N04
Κωδικός άρθρου: A17199N043
                                                                Λεωνίδας Λόλας
*
Χάρμα οφθαλμών η λίμνη στο Μελίσσι!
10 του Φλεβάρη 2014 (αναδημοσίευση)
  Σαν πάρεις το δρόμο του Αιμιλιανού απ' το Μελίσσι και σταματήσεις στη ραχούλα που τελειώνουν τα ισιώματα του παλιού Μελισσιού, θα κλέψεις την πρώτη θέα της λίμνης.       
  Ένα γαλάζιο μες στο πράσινο δάσος! 
  Συνηθισμένη ομορφιά της νησιώτικης πατρίδας μας, όμως σε 700-800 μέτρα υψόμετρο της Πίνδου!
  Πιο κάτω στην τρίτη στροφή συναντάς τη χαλικόστρατα που σ' οδηγεί στη λίμνη.  Μια παράξενη ομορφιά ξεπροβάλλει μπροστά σου! Ένας χωματένιος φράχτης, που δεν πρόλαβε να πρασινίσει ακόμα - λες και ξέχασε πως ήρθε η άνοιξη - κρατά επίμονα μια θαλάσσια χούφτα νερού εκεί που συναντιούνται οι ρεματιές που ξεκινούν απ΄το Μελίσσι.
  Ένα ζευγάρι λευκά ψαροπούλια χαριεντίζονται στην άλλη άκρη της λίμνης. Η παρουσία μας τους είναι ανεπιθύμητη και το αυτοκίνητο που φτάνει κοντά τους, κυλώντας πάνω στο χωματένιο φράχτη, τα στέλνει φοβισμένα στην άλλη μεριά της λίμνης. Ωστόσο δε θα μπορέσουν να ξεφύγουν απ΄τη ματιά μας και το φωτογραφικό φακό του Παναγιώτη.
  Η λίμνη, που δεν ξέρει κι αυτή ακόμα αν πρέπει να εμφανίσει ζωή ή όχι, στέκει βουβή και μόνον τα κοάσματα των βατράχων ακούγονται στο ατέλειωτο ταξίδι που κάνουν τα μικρά κυματάκια, τρέχοντας απ΄τη μια μεριά της λίμνης στην άλλη - προσκύνημα στο βοριά.
  Ένα σβωλάκι χωματένιο τολμά και πέφτει στα νερά, αλλά διαλύεται απ΄τη ντροπή του που τάραξε την ηρεμία.
  Περπατήσαμε στη χωματένια προκυμαία, ρουφήξαμε καθαρό οξυγόνο, απολαύσαμε τη θέα κι αποχαιρετήσαμε την ανέλπιστη φωλιά της ομορφιάς που δημιούργησε η Κοινότητά μας για να πάρει αργότερα τους καρπούς της.
                                                                                                                  Λεωνίδας Λόλας
   (Από τα "Αγιοθεοδωρίτικα Μαντάτα" φ. 91ο - Ιούλιος 1995)
  Η λίμνη της Πλαίσιας
10 του Φλεβάρη 2014 (αναδημοσίευση)

         Σαν πας στη χαλικόστρατα,                          μέσ' απ' τη λίμνη, που δειλά
         που βγάζει στη λιμνούλα,                              σκέφτεται να φουντώσει
         λαφρύ να ΄ναι το πάτημα                               από ζωή ή ήσυχη
         στις μύτες των ποδιών σου,                           παντοτινά να μείνει.
         μην τύχει και τρομάξουνε                                
         τ' άσπρα τα ψαροπούλια                                 Άγρια κι αινιγματική
         και φτερουγίσουν, παύοντας                         η ομορφιά σου, λίμνη,
         του έρωτα τα νάζια.                                          στα ρέματα του Μελισσιού,
                                                                                       των Γρεβενών την Πλαίσια, 
         Αργά να πάει κι ο γρίβας σου                        στέκεσαι ήρεμη κι αχνή,
         στη χωματένια φράχτη,                                    συνάζεις τα νερά σου,
         γιατί στ' αφράτο ασπρόχωμα                         ζωή από τα σπλάχνα σου
         η χλόη δε φυτρώνει.                                          να δώσεις στη στεριά.
         Κι αν το σβωλάκι τολμηρά                             
         κυλάει μέσα στη λίμνη                                     Όσες μανούλες θα μπορούν
         χάνεται γαλανόλευκο                                       να θρέψουν τα παιδιά τους,
         κι η ταραχή ντροπή του.                                  όσοι ψαράδες θα γυρνούν
                                                                                        με ματωμένα δίχτυα,
         Πράσινο, άσπρο, γαλανό                                όσοι μαζί σου θα περνούν
         δένουν με χάρη όλα                                          τις ώρες τους γαλήνια,
         και μόνον τα κοάσματα                                    όλοι θα σε ευγνωμονούν
         των βατραχιών γρικιούνται                             για τη ζωή που δίνεις.
Λεωνίδας Φανερός
   (Από τα "Αγιοθεοδωρίτικα Μαντάτα" φ. 91ο - Ιούλιος 1995)
Μονάχοι τέσσερις!
του Δεκέμβρη 2013
Αδελφούλες μου,
Αισθάνομαι περίεργα, απόψε, και δεν τολμώ να κοιμηθώ.
Φοβάμαι! Φοβάμαι, που μείναμε μονάχοι… τέσσερις! 
Εσείς οι τρεις κι ένας εγώ.
Κλαίω! 
Κλαίω, γιατί μας έφυγε ο πέμπτος, ο μεγάλος αδελφός.
Ας μην τον είχαμε κοντά μας. 
Ας μη μέναμε μαζί.
Εμείς το νιώθαμε μαζί μας. 
Τ’ αδέλφια έτσι νιώθουνε.
Ήτανε στη ζωή σκιά και προστασία μας, έστω κι άρρωστος.
Αρκεί, που ζούσε! 
Ήταν ο μεγάλος αδελφός!
Ναι, αδελφούλες μου. 
Ήταν ο μεγάλος αδελφός μας!
Απόψε με πλημμυρίζει ένα παράξενο συναίσθημα και νιώθω αδύναμος!
Νιώθω αδύναμος απέναντί σας!
Δεν μπορώ να σας προστατέψω, χωρίς το μεγάλο αδελφό.
Τι κι αν στέκω πάνω σας με χέρια σαν αγκάλη;
Τι κι αν χαμογελώ για να παίρνετε θάρρος;
Εγώ το νιώθω μέσα μου : φοβάμαι!
Φοβάμαι για σας. 
Φοβάμαι, μη σας χάσω. 
Φοβάμαι, μη μου πάθετε, σαν το μεγάλο αδελφό, 
και μείνουμε λιγότεροι... και μείνω ‘γώ μονάχος!
Γι’ αυτό και τώρα δεν τολμώ τα μάτια μου να κλείσω, 
μη χάσω εσάς από το νου, ίσως κι απ’ τη ζωή μου 
και τότε, αδελφούλες μου, 
εγώ τι θ’ απογίνω; 
Θα μείνω τότε μοναχός;
Κάλλιο εγώ να φύγω...
Σαλεύει ο νους μου!
Και καρτερεί μια λύτρωση, μα ποια;
Μου γαληνεύει την καρδιά μονάχα μια ελπίδα. 
Αυτά τα λόγια του παπά, που στο Χριστό μας λέει : 
«Εσύ είσαι η ανάσταση, Εσύ και η ζωή …»,
Κι αν οι γιατροί δεν μπόρεσαν τ’ αδέλφι μας να γιάνουν, 
πιστεύω πως κι οι πέντε μας ξανά θ’ ανταμωθούμε 
με τη Μεγάλη Ανάσταση!
Τότε, πιστεύω, θα διαβεί του Παραδείσου θύρα 
ο αδελφός μας ο τρανός με τόσα που ‘χει πάθει!
Μονάχα αυτό αλάφρωσε τα βλέφαρά μου λίγο 
κι ίσως να πάω να κοιμηθώ, 
μα 'σάς... θα σας αφήσω στα δυνατά τα χέρια Του, 
Εκείνου, που ορίζει 
την ύπαρξη και τη ζωή όλων των ζώντων όντων.
Καλή σας νύχτα, αδελφές!
Σ’ Αυτόν μόνον ελπίζω.                                                             Λεωνίδας Λόλας  
                                                                                   
Για το νεκρό μου αδερφό
          Βαριά η καρδιά μου σήμερα και άλλο δεν αντέχω.
          Έχασα το μεγάλο μου, τ' αδέρφι της ζωής μου!
          Πήγε να βρει τη μάνα μας στον άι Γιώργη πέρα,
          που ήταν χρόνια μόνη της΄ ίσως με τον πατέρα.
          -Πού άφησες, βρε αδελφέ, παιδιά, γυναίκα, εγγόνια;
          Τα τέσσερα τ' αδέλφια σου, το θειο σου τον Κοσμά;
          Σταυρώθηκες και πόνεσες σαν το Χριστό κι εσύ!
          Μαρτύρια ετράβηξες μέχρι να βγει η ψυχή!
          Τώρ' αναπαύσου ήσυχος. Της Παναγιάς τα μάτια
          θα σε προσέχουν όπου πας, το δρόμο να μη χάσεις
          κι έρθεις ξανά στον κόσμο μας, στα βάσανα, τους πόνους.
          Οι μελλοθάνατοι, αδελφέ, σε συγχωρούμε όλοι!
7 του Δεκέμβρη 2013  01:40΄                 Λεωνίδας Λόλας 
O Τάκης, ο Γιατρός, ο Νομάρχης, ο Άνθρωπος 
μάς έφυγε!
  Το γνώρισα το 1960 στο χωριό μου τη Γεωργίτσα Γρεβενών. Ήταν ο Τάκης, ο γιος του Βάιου Ρίγγου, κολλητού φίλου του πατέρα μου από το Σιταρά Γρεβενών που υπηρέτησαν μαζί στρατιώτες και κράτησαν τη φιλία τους μέχρι που έφυγε ο δικός μου.
  Ήταν ο Δημήτρης Ρίγγος, ο Τάκης για μένα, φοιτητής με πολλή όρεξη για σπουδές, όπως έλεγαν και τον έφερναν σαν παράδειγμα σε μας τους μαθητές του Δημοτικού. Ίσως γι΄ αυτό, αλλά και τον αδαμάντινο χαρακτήρα του, είχε κερδίσει το σεβασμό και την αγάπη όλων των κατοίκων των χωριών μας.
  Αξέχαστη θα μου μείνει η περίπτωσή του με το νουνό μου, το Δημήτρη Γιαννούλα. Ο Τρούσιος, έτσι τον έλεγαν όλοι, ήταν άντρας θηρίο, μα υπέφερε από φοβερούς πόνους στη μέση. Ο Τάκης, που έκανε κάποια εργασία, μάλλον, δοκίμαζε τις ιδιότητες που είχαν οι κόκκινοι καρποί σαν τα κράνα ενός μονοετούς φυτού, που φύτρωνε στις δροσερές πλαγιές μας. Αφού είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον Τάκη, ξάπλωσε και του έβαλε τους κάπως ζυμωμένους καρπούς στη μέση, όπως ένα έμπλαστρο. Μετά τη δράση του αυτοσχέδιου φάρμακου (μάλλον παραδοσιακό τοπικό φάρμακο – ιλιάτσι) πετάχτηκε από το κάψιμο ο Τρούσιος και του είπε : "Καλά να είσαι, γιατρέ, γιατί μου πέρασε ο πόνος, αλλά το κάψιμο που υπέφερα θα το θυμάμαι για πάντα".  
  Στα χρόνια που ακολούθησαν μάθαινα νέα του από τον πατέρα μου Γιάννη Δ. Λόλα και τον πατέρα του, Βάιο Ρίγγο. Ενώ τελείωνα Γυμνάσιο και Λύκειο στα Γρεβενά κι Ακαδημία στην Αθήνα, εκείνος έλαμπε στη Θεσσαλονίκη!
Ο Τάκης γαμπρός στο Σιταρά
  Έγινε σοβαρός και καταξιωμένος Μεγαλογιατρός. Κανένας, όπως έλεγε, δεν πήγαινε στο εξωτερικό για περαιτέρω σπουδές και να πάρει τη νέα τότε ειδικότητα του υπεύθυνου Εντατικής, που θα δημιουργούσαν στο Νοσοκομείο Παπανικολάου Θεσσαλονίκης. Αν και λίγο μεγάλος, αυτός το τόλμησε. Ειδικεύτηκε κι έγινε ο πρώτος Διευθυντής της!
  Εκεί έδωσε όλη την ανθρωπιά του! Δεν ήξερε τι θα πει ή μάλλον δεν μπορούσε να διανοηθεί πως θα πάρει φακελάκι για να εξυπηρετήσει τους ασθενείς του! Το θεωρούσε καθήκον του – κι αυτό είναι – και φορτώθηκε προσωπικά το σταυρό του πόνου όλου του κοσμάκη! Δεν υπήρχε γι΄ αυτόν πλούσιος και φτωχός, μεγάλος και μικρός. Ο ίδιος είχε δεχτεί την πατρική αγάπη δυο πατεράδων λόγω φτώχειας και τώρα θα πρόδιδε τον Άνθρωπο;
  Η ακτινοβολία που εξέπεμπε τον έκανε πασίγνωστο στη Θεσσαλονίκη. Σα δραστήριο άτομο που ήταν άρπαξε την ευκαιρία. Η αγάπη για τον τόπο του και την παράδοση κι ο ακέραιος χαρακτήρας του τους έκανε να τον αναδείξουν αμέσως Πρόεδρο του Συλλόγου των Γρεβενιωτών Θεσσαλονίκης.
  Επί των ημερών του ο Σύλλογος απέκτησε τόση αίγλη στη Θεσσαλονίκη, στα Γρεβενά και στο Πανελλήνιο ώστε να βγει στο διεθνές στερέωμα!
  Τότε φάνηκε και το ανθρώπινο μεγαλείο του! Άκουσα με τ΄ αυτιά μου από το στόμα του αλλά και άλλους για πολλές επώνυμες περιπτώσεις βοήθειας προς φτωχούς Γρεβενιώτες και μη, που έτρεχαν στη Θεσσαλονίκη να βρουν δουλειά – όπως στην ξενιτιά σήμερα και τότε – και μέχρι να σταθούν στα πόδια τους «δεν είχαν πού την κεφαλήν κλίνε»!
  Ο ίδιος ασχολήθηκε με το χορευτικό του Συλλόγου και χόρεψε πολλές φορές σε διάφορες εμφανίσεις πανταχού.
  Παντού είχε τη στήριξη της Μίκκας, μετέπειτα συζύγου του, συνεργαζόμενος με την ΕΤ3, η οποία έκανε πιο γνωστή τη δράση του. Μέσα από τις συνεργασίες αυτές διαφάνηκε μια άλλη πτυχή του πολυτάλαντου ανθρώπου, η Λατρεία για τη Λαογραφία και την Παράδοση.
  Τόσο πολύ αγαπούσε την Παράδοση, ώστε ο γάμος του με τη Μίκκα να γίνει στο Σιταρά με παραδοσιακό τρόπο με όλα τα τοπικά έθιμα, καβάλα σε άλογα κλπ. Το φαγητό ήρθε σε καζάνια από τα Γρεβενά (τόσος πολύς ήταν ο κόσμος!). Το γάμο τους, που έπαιρνε το κανάλι της ΕΤ3, το βλέπουμε ακόμα στις επαναλήψεις της και καλά θα κάνει προς τιμή του να τον ξαναπροβάλει τούτες τις μέρες.
  Έγραψε αρκετά για τα γρεβενιώτικα έθιμα και τραγούδια σε βιβλία αλλά και δίσκους. Όλα τα χωριά τον ξέρουν από τις εγγραφές εθίμων, μοιρολογιών και τραγουδιών. Μαζί του γράψαμε σε δίσκους (CDs, DVDs) τραγούδια και μοιρολόγια της Γεωργίτσας και του Διάκου με το Σύλλογο των Απανταχού Αγιοθεοδωριτών των Γρεβενών "Οι Άγιοι Θεόδωροι", που έδρευε στην Αθήνα.
  Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας – νομίζω ο κ. Κ. Στεφανόπουλος – του είπε, όταν τον συνάντησε Νομάρχη Γρεβενών μέσα στα βιβλία του και τους δίσκους του (CDs) : «Πρώτη φορά βλέπω Νομάρχη, Λαογράφο»!
  Ακάματος όπως ήταν και βλέποντας την αγάπη του για τον τόπο του, τα Γρεβενά, κάποιοι, Γρεβενιώτες και μη, του πρότειναν να ασχοληθεί με την Πολιτική για να βοηθήσει τα Γρεβενά.
  Έθεσε υποψηφιότητα πρώτα ως δεύτερος στη λίστα για βουλευτής, μάλλον για να μην εκλεγεί, γιατί προσωπικά δεν το ήθελε ο άνθρωπος. "Η πολιτική όζει από μακριά", έλεγε.
Δημήτριος Ρίγγος
Νομάρχης Γρεβενών
  Τη δεύτερη φορά, όμως, έβαλε υποψηφιότητα κι εκλέχτηκε με ευκολία Νομάρχης Γρεβενών (2002-2006). Δούλεψε με την ψυχή του, αλλά ο ακέραιος κι ανθρώπινος χαρακτήρας του δεν ταίριαζε με την πολιτική των κομματαρχών, των κλεφτών και των λαμόγιων, που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το προσωπικό τους όφελος κι «ας πάει να κουρεύεται το κοινό καλό»! Και βλέπουμε σήμερα τα χάλια μας…
  Έτσι τη δεύτερη φορά δεν εκλέχτηκε κι αποτραβήχτηκε στην επίσης αγαπημένη του Θεσσαλονίκη να ζήσει μερικά ήρεμα χρόνια με τη σύζυγό του Μίκκα και τον πολυαγαπημένο του γιο, Νικόλαο. Όμως δεν ξέχασε ποτέ τα Γρεβενά και τα χωριά του, όπου είχε κάνει σαν αγροτικός γιατρός και Νομάρχης. Βοηθούσε, όπου μπορούσε και ζούσε με τις αγάπες του: Την οικογένεια (πατέρα, σύζυγο και γιο), τη Θεσσαλονίκη, τα Γρεβενά, το Ζιάκα, το Σιταρά, τη Γεωργίτσα, τη Λαογραφία, την Παράδοση. 
  Το καλοκαίρι που πέρασε, 13 Αυγούστου 2012, τον είχαμε στη Γεωργίτσα, που ανοίξαμε την Παναγιά οι Γεωργιτσιώτες, οι φίλοι μας, αλλά κι οι πιστοί της Παναγιάς. Το χάρηκε πολύ! Τις επόμενες μέρες αρρώστησε, υπέφερε και προχτές λευτερώθηκε η ψυχή του από τα ανθρώπινα βάρη, που ήξερε να σηκώνει αγόγγυστα ο ίδιος! Άφησε πίσω τον αξιαγάπητο πατέρα του, την πιστή του γυναίκα και τον πολυαγαπημένο του γιο.
  Φτωχύναμε, Τάκη μου, φτωχύναμε!
  Φτωχύναμε από καλό Οικογενειάρχη! (γιο, σύζυγο, πατέρα)
  Φτωχύναμε από Μεγαλογιατρό, χωρίς φακελάκι!
  Φτωχύναμε από Μεγαλογρεβενιώτη ακούραστο!
  Φτωχύναμε από Λαογράφο, Συγγραφέα και Χορευτή τσολιά!
  Φτωχύναμε από Φίλο κι Αδερφό!  
  Η Παναγιά της Γεωργίτσας θα σε περιμένει κάθε χρόνο! 
                                                                                     Ο φίλος σου
          21 του Μάη 2013                                                                 Λεωνίδας Λόλας
O Μπάρμπα Μήτσιος


                               O Μπάρμπα Μήτσιος πέθανε, ο Παπαϊωάννου!
                              Έμεινε η Ρίνα μοναχή, χήρα, βασανισμένη.

                              Πολύ μικρός το γνώρισα εκεί στη Γεωργίτσα.
                              Ήταν απλός, πολύ απλός, κι ας είχε ένα μάτι.

                              Έφτανε αυτό στο σπίτι του, στ’ αμπέλι, στο χωράφι,
                              στα γίδια και τα πρόβατα και για τη φαμελιά του.

                              Δυο κόρες είχε και τρεις γιους, μεγάλος φαμελίτης.
                              Έτρεξε, χόρτασε δουλειά, για να τα βγάλει πέρα.

                              Απ’ το κοπάδι έφευγε, έπιανε το αλέτρι.
                              Στο όργωμα και στη σπορά, τρεχάτος για το σκάλο.

                              Στο θέρο θέριζε κι αυτός - ένα δρεπάνι ακόμα.
                              Δεμάτια και χερόβολα στ’ αλώνι του ν' απλώνει…

                              Σόδευε όσα μπόραγε, για να μη λείπουν όλα,
                              μα πάντα ήταν λιγοστά, περίσσευε η φτώχεια.

                              Και να που τα μεγάλωσε τίμια, τα παιδιά του,
                              κι άρχισαν να παντρεύονται, ‘γίναν νοικοκυραίοι!

                              Μόνο η Σουλτάνα χάθηκε πάνω στην παντρειά της,
                              αφήνοντας την κόρη της να μην τη λησμονήσουν.

                              Η Λένη πάει στα Γρεβενά, τ' αγόρια Σαλονίκη,
                              μα αρρώστησ’ ο Γρηγόρης του, ο πιο τρανός απ’ όλους.

                              Έμειν’ ο Μήτσιος στο χωριό μονάχος με τη Ρίνα.
                              Πότε καλά, πότε αχαμνά, φτάνει ογδόντα εννέα!

                              Ερχόταν κάθε Κυριακή ένας από τ' αγόρια
                              κι η Λένη από τα Γρεβενά κάθε που χρειαζόταν.

                              Ποτέ δεν κλάφτηκε, ποτέ, τη μοναξιά, τη φτώχεια!
                              Μόνο για τα γεράματα και για την ανημπόρια,

                              όπου του πήραν δύναμη κι απ’ τη δουλειά απέχει…
                              Πέρασαν πια τα χρόνια του κι ο μαύρος καβαλάρης

                              τον κάλεσ’ ένα πρωινό παρέα να του κάνει.
                              Πήρε κι ο Μήτσιος βάσανα μέσα σ’ ένα δισάκι

                              και τράβηξε στης λησμονιάς τη βρύση, να δροσίσει
                              το πικραμένο χείλι του, μήπως ξαναγελάσει.

                              Έμεινε η Ρίνα στη γωνιά, μονάχη και γριούλα,
                              να καρτερεί τα εγγόνια της και τα δισέγγονά της.
                              
28 Φλεβάρη 2012                    Λεωνίδας Ι. Λόλας

Η πρεσβυτέρα Βαγγελή

                   Η πρεσβυτέρα Βαγγελή, του Σπύρου του Ζυγούρα,
                   της Ελισάβετ η μικρή, του Χρήστου του Ζυγούρα,
                   μας έφυγε τόσο νωρίς…  προτού τα εβδομήντα.

                   Κόρη σεμνή και σεβαστή και παπαδιά ακέρια
                   βοηθούσε, όπου έκρινε, με λόγια και με χέρια.
                   Χωρίς φειδώ το γέλιο της, χωρίς κλειστή παλάμη.

                   Ξεκίνησε πολύ φτωχή στην έρμη Γεωργίτσα,
                   σε τίμια οικογένεια και με δουλειά περίσσια
                   έβγαζε τ΄ απαραίτητα και με αγάπη ζούσε.

                   Ύστερα ήρθε ο καιρός κι έγινε πρεσβυτέρα,
                   αφού χειροτονήσανε το Σπύρο ιερέα
                   κι οι δυο στο Παλαιόκαστρο φώλιασαν τη φαμίλια.

                   Μεγάλωσε δύο παιδιά, σωστά και τιμημένα
                   και στου Θεού το δρόμο του τράβηξε το καθένα,
                   τιμώντας πάντα τον παπά αυτόν τον παπά Σπύρο.

                   Λόγο κακό δεν άκουγες από τη Βαγγελίτσα.
                   Ούτε κι οι άλλοι λέγανε «τι λέει… η Γεωργίτσα»;
                   Μόνο παινέματα, θαρρώ, στο δρόμο της γρικούσες.

                   Ύστερα ήρθε η κακιά,  αρρώστια των ανθρώπων,
                   και πλήγωσε τη Βαγγελιώ  βαθιά - πληγή των όπλων -
                   και σ΄ εβδομάδες δώδεκα  αφάνισε τα πάντα!

                   Έτρεξε σ΄ όλους τους γιατρούς  το ταίρι, ο παπά Σπύρος,
                   μα ζηλευτά δεν έκλεινε  ο τελευταίος γύρος.
                   Όλα, φθαρτά κι εγκόσμια, στα Γιάννενα χαθήκαν!

                   Τώρα την κλαίει ο παπάς,  την κλαίν’ τα δυο παιδιά της.
                   Την κλαίνε τα εγγόνια της  μα και τα δυο χωριά της,
                   οι Άγιοι Θεόδωροι,  Παλιόκαστρο Κοζάνης.

                   Κλάματα δε σου πρέπουνε,  εσένα Βαγγελίτσα,
                   γιατί ήσουν πάντα τίμια  από τη Γεωργίτσα
                   κι η Παναγιά παράδεισο  ετοίμασε για σένα!

                   Να ‘ναι λαφρύ το χώμα σου  στους Άγιους Θεοδώρους,
                   να σε σκεπάζει απαλά  κι από τους γύρω χώρους
                   τ’ αηδόνια να σου κελαηδούν  να ευφραίνεται η ψυχή σου!
                     Φλεβάρης 2013                      Λεωνίδας Ι. Λόλας
Ο Οσμάν Τάκας (Σαμαντάκας)
  Όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι θυμούμαστε τον αείμνηστο μπάρμπα Γιώργο Ντόκα, που ως τα ενενήντα του και πάνω, έσερνε σε κάθε χαρά, αργά και μερακλίδικα το χορό του Σαμαντάκα, και πέταγε πέντε μέτρα ψηλά το μαύρο σκουφί του! 
***
                                                   -Γεια σου, Σαμαντάκα, (Οσμάν Τάκα)
                                                   τη λεβεντιά σου να 'χα!
                                                   Εσύ κοιμάσαι κι εγώ νυστάζω, 
                                                   σε συλλογιούμαι κι αναστενάζω.
                                                   Ξύπνα, Σαμαντάκα, (Οσμάν Τάκα)
                                                   και βάλε τα τσαρούχια,
                                                   και στρίψε τη μουστάκα. 
                                                   Γεια σου Σαμαντάκα! (Οσμάν Τάκα)
  Σε τούτο το σημερινό σημείωμά μου, θα γράψω την ιστορία του Σαμαντάκα, έτσι όπως την άκουσα από ηλικιωμένους και τη διάβασα σε φυλλάδες.
***
  Ο Οσμάν Τάκης, λοιπόν, (Σαμαντάκας από παραφθορά), ήταν ο χριστιανός Παύλος Μπάρας, όμορφος άντρας, τριάντα πέντε περίπου χρονών, γερός και λεβέντης, που ζούσε με τη γυναίκα του και το μωρό παιδάκι του στην περιοχή των Αγίων Σαράντα.
  Δούλευε στα χωράφια, όταν κάποια μέρα επιστρέφοντας στο σπίτι του, βρήκε τρεις σπαχήδες του Αλή Πασά να σέρνουν τη γυναίκα του. Τα ‘βαλε, ένας αυτός, και με τους τρεις, και κατάφερε να σκοτώσει τους δυο και να τους πάρει τα ντουφέκια. Ο τρίτος του ξέφυγε και καθώς προσπάθησε να τον σκοτώσει, χτύπησε θανάσιμα την αγαπημένη του.
  Επειδή κινδύνευε άμεσα, έτρεξε στο σπίτι, άρπαξε το μωρό στην αγκαλιά και πήρε τα βουνά. Από ράχη σε ράχη, από βουνό σε βουνό, κάποια μέρα έφτασε στην Κορυτσά. Από τις κακουχίες όμως της οδοιπορίας έχασε το μωρό του και ο πόνος γίνηκε τώρα αβάσταχτος που ‘χασε γυναίκα και παιδί. Πήρε, λοιπόν, πάλι δρόμους και μονοπάτια προς το Νότο κι έφτασε στο Μπεράτι με σκοπό να κοινωνήσει σε χριστιανική Εκκλησία μιας κι ήταν Χριστούγεννα και είχε νηστέψει.
  Έκρυψε την αρματωσιά του και τράβηξε ίσια προς τον παπά. Εκεί αντίκρισε μια κόρη σεμνή, σαν άσπρο τριαντάφυλλο και σκίρτησε η καρδιά του. Μετά τη θεία μεταλαβιά βγήκε και την παρακολούθησε κι είδε να τραβάει με τον Τούρκο αγωγιάτη της, που την περίμενε, προς την αρβανίτικη μεριά του Μπερατιού. Προσπάθησε να μάθει κάτι από μερικούς, από τον παπά που τους μετάλαβε, αλλά δεν τα κατάφερε. Οπότε τον πήρε χαμπάρι ο δεσπότης και τον κάλεσε στο κονάκι του. Ο Π. Μπάρας πήγε αμέσως μουσαφίρης στο δεσπότη κι έμαθε όλη την ιστορία.
  Η όμορφη αρχόντισσα ήταν χριστιανή από την Κορυτσά. Τη φώναζαν Τζεμιλέ (Φωτεινή) κι ήταν χήρα του Τούρκου Μπεκίμ, σουλτάνα στο σαράι του. Τρεις γυναίκες είχε πάρει ο Αγάς και δεν μπόρεσε ν’ αφήσει απογόνους. Τέταρτη ήταν η Τζεμιλέ κι όμως παιδί δεν απόχτησε και πέθανε άκληρος ο Τούρκος.
  Η γυναίκα κληρονόμησε όλα τα πλούτη και καθώς δεν άλλαξε την πίστη της, γιατί σ’ αυτό δεν τη ζόρισε ο γέρο Μπεκίμ, έδινε πολλά στη Μητρόπολη και στις άλλες εκκλησίες.
  Ο Παύλος Μπάρας, αφού έμαθε όλα τούτα, πήρε τ’ άρματά του και τράβηξε ίσια για το σαράι του Μπεκίμ. Ήταν σούρουπο κι, όταν την εντόπισε, αναρριχήθηκε στον οντά της και την έκανε δική του.
  Το βαθύ χάραμα με την προτροπή της έφυγε προς τ’ άγρια βουνά. Οι μέρες περνούσαν και η Τζεμιλέ κατάλαβε πως ήταν έγκυος κι ήθελε τη συμβουλή του δεσπότη.
  Αυτός την καθησύχασε και της είπε ότι θα ξεγεννήσει στο Μοναστήρι και μετά θα πήγαινε στο σαράι. Το νεογέννητο θα της το πέταγαν στο κατώφλι του σπιτιού της, δήθεν ότι ήταν ξένο, κι αυτή σαν ψυχόπονη γυναίκα, θα το περιμάζευε. Έτσι ακριβώς έγινε και όλοι οι Αρβανίτες μιλούσαν για τη μεγάλη καρδιά της Τζεμιλέ.
  Να όμως που ξαναγύρισε ο Παύλος Μπάρας κι έμεινε για δεύτερη φορά έγκυος. Τώρα πώς να κρατηθεί το μυστικό; Πάλι ο δεσπότης έδωσε τη συμβουλή του. Τους είπε να παντρευτούν τώρα κανονικά κι ο χριστιανός Π. Μπάρας θα παρουσιαζόταν ως Αρβανίτης. Γιατί, αν η Τζεμιλέ παντρευόταν χριστιανό και το μάθαινε ο Πασάς, θα έχανε όλα τα πλούτη της. Βρέθηκε και το όνομα, λοιπόν. Οσμάν Τάκα θα τον έλεγαν…
  Έγινε αυτός ο γάμος και το νέο ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένα με τα δυο μωρουδάκια τους να μοιάζουν του Οσμάν.
  Ως την ώρα όμως που κάποιος σπιούνος είπε στον Κουρτ Πασά πως ο Οσμάν ήταν Έλληνας χριστιανός και τον έπεισε, οπότε ο Πασάς τον συνέλαβε κι έβγαλε Φιρμάνι να τον κρεμάσει. Έφτασε η ορισμένη μέρα, στήθηκε η κρεμάλα κι έφεραν τον κατάδικο Οσμάν μπρος στον Πασά.
 -Έφταιξες, ορέ, έπαιξες με την πίστη του Μωάμεθ. Πες μου ποια είναι η τελευταία σου επιθυμία;
 -Να χορέψω, Πασά μου, είπε ήρεμα ο Οσμάν Τάκας.
 -Τι λες, ορέ; Αποκρίθηκε ο Πασάς.
 -Να χορέψω, μόν’ φέρτε τη γυναίκα μου να μου βαράει το νταούλι.
  Ο Πασάς απορημένος έδωσε εντολή σε δυο σπαχήδες να φέρουν τη Τζεμιλέ και δυο τρεις οργανοπαίχτες.
 Ήρθε η γυναίκα του με τα παιδιά της κι αγκαλιάστηκαν, φίλησε και τα παιδιά του.
 -Μην κλαις, γυναίκα, της είπε. Ο καθένας έχει τη μοίρα του. Μόν’ πιάσε το νταούλι και βάραγε. Θέλω να πεθάνω με χορό.
  Οι οργανοπαίχτες, που δεν άργησαν να φανούν, πήραν θέση κι ο μελλοθάνατος άρχισε να χορεύει περήφανα.
  Τριγύρω μαζεύτηκαν χριστιανοί κι αρβανιτάδες και παρακολουθούσαν το θέαμα με φόβο και σιωπή.
  Μετά ο Οσμάν έκανε νόημα στη γυναίκα του να μπει κι αυτή στο χορό και χόρευαν τώρα οι δύο λεβέντικα. Τότε ο Πασάς σηκώθηκε και με το ρακοπότηρο στο χέρι προχώρησε αργά αλλά σταθερά προς το μέρος τους. Ολόγυρα απλώθηκε νεκρική σιγή.
  -Χαλάλι σου, ορέ, βροντοφώναξε, σου δίνω χάρη. Ο χορός σου σε γλύτωσε! Άντε τραβάτε τώρα.
  Ο Παύλος Μπάρας πούλησε στο Μπεράτι την κληρονομιά της Τζεμιλέ, πήρε τη Φωτεινή και τα δύο παιδιά του κι έκτοτε χάθηκαν τα χνάρια τους.
  Έμεινε, όμως, ο χορός αυτός και το τραγούδι σαν θρύλος, σαν παραμύθι, να τραγουδιέται και να χορεύεται περίπαθα από μερακλήδες στις εκδηλώσεις της ζωής μας, τόσο στην περιοχή μας, όσο και στη Β. Ήπειρο.
***
Το αναδημοσίευσε στην «ΠΡΑΜΑΝΤΑ» (φύλλο 108 ΝΟΕ. ΔΕΚ. ’12) ο Βαγγέλης Βλάσης από το περιοδικό «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΤΩΝ», (τ. 56/ΟΚΤ.-ΔΕΚ.΄93)
                                                                                                          Λεωνίδας Λόλας
Το καλάμι
                                 Πόσο γερό, πόσο γλυκό να είναι το καλάμι;
                                 Σαν το ζαχαροκάλαμο με τη γλυκιά θαλάμη,
                                 σαν ο αγέρας το φυσά κι εκείνο απλά λυγάει;
                                 Αμέσως ο φιλόδοξος απάνω του πηδάει
                                 κι όπως ο Μεγαλέξανδρος πηδάει στο Βουκεφάλα
                                 έτσι κι ο κούφιος βρίσκεται απάνω του καβάλα.
                                 Πω, πω! Ποιος είν΄ αυτός, που δεν πατάει στο χώμα;
                                 Αυτός, που όλους ξεγελά και κελαηδάει το στόμα;
                                 Αυτός, που είναι Άδωνις, που είναι παντογνώστης;
                                 Αυτός, που όλα τα μπορεί΄ του κόσμου είναι σώστης;
                                 Ο πρόεδρος; ο βουλευτής; δήμαρχος ή νομάρχης;
                                 Ο υπουργός; πρωθυπουργός κι ακόμα πλανητάρχης;

                                 Ποιος αναντικατάστατος και δεν υπάρχει άλλος;
                                 Ο ένας και μοναδικός κι απ΄ όλους πιο μεγάλος;
                                 Ποιος πάντα προπορεύεται και πίσω πάν΄ οι άλλοι;
                                 Ποιανού παπούτσια τρύπησαν οι φουσκωτοί οι κάλοι;
                                 Ποιος γίνεται περίγελος στ΄ ανθρώπινο κοπάδι,
                                 όταν τα φώτα ανάψουνε και φύγει το σκοτάδι;

                                 Αυτός, που ψάχνουμε κι εμείς΄ κοιτάξτε στον καθρέφτη,
                                 ούτε αλλού ούτε μακριά, εδώ τριγύρω πέφτει.
                                 Είμαι εγώ, είσαι εσύ, είναι αυτός κει πέρα,
                                 που καβαλάει τ΄ άλογο και τρέχει στον αέρα
                                 κι απ΄ τον πολύ εγωισμό ποτέ του δεν προσέχει,
                                 πως... το καλάμι γι΄ άλογο καθημερνά του έχει!

                                 Αυτός, πολύ εφούσκωσε από την εξουσία
                                 κι έκανε σπίτια και λεφτά... τρανή περιουσία!
                                 Αυτός, και κόσμο έκαψε και κόσμο θε΄ να κάψει.
                                 Μόνον τον εαυτούλη του ποτέ του δε θα βλάψει.
                                 Στον άλλο κόσμο μοναχά, δεν ξέρω, αν καταφέρει,
                                 να βλάψει τον παράδεισο με μπαμπεσιά στο χέρι!

     Νέα Ιωνία, 15 Νοεμβρίου 2012                         Λεωνίδας Λόλας
Οι δυνατοί του κόσμου
  Αλήθεια, πόσο δυνατοί είναι οι "δυνατοί" του κόσμου;
  Με μια τους ματιά δίνουν το σύνθημα για πόλεμο, όταν κάποιος τους χαλάει τα σχέδια και θίγονται τα συμφέροντά τους.
  Μπορούν και διαλύουν τους μικρούς μονούς και συνασπισμένους. Δε μένει όρθιο τίποτα στο δρόμο τους να τους αντισταθεί. Τα πάντα υποχωρούν ή ... τα υποχωρούν εκείνοι.
  Είναι, βλέπεις, δυνατοί!
  Και, να! 
  Σαν περάσει η θητεία τους, τρία - τέσσερα ή πέντε - οχτώ χρόνια κι ακόμα περισσότερα, μένουν ξεβράκωτοι κι ανίσχυροι σα μαραμένο λουλούδι στην ανάλαφρη πνοή του ανέμου, που ξεφτίζει και σκορπά τα πέταλά του, γονατίζοντας μπροστά στ' αγέρι, που απλά φυσά.
  Τότε αναλογίζονται πόσο άσκοπα χαράμισαν τη δύναμή τους, όταν την είχαν στα χέρια τους. 
  Που δε βοήθησαν κανέναν αδύνατο. 
  Που δε σήκωσαν ποτέ κανέναν πεσμένο. 
  Που δεν έδειξαν ποτέ οίκτο για κανέναν ηττημένο. 
  Που δεν εβάδισαν ποτέ το δρόμο της αγάπης και της συμπόνοιας, γιατί η αλαζονεία δεν τους άφηνε περιθώρια.
  Μετά το θρόνο... το σκαμνί. 
  Μετά την εξουσία... το πεζοδρόμιο, το χάος.
  Έτσι, άλλος αντέχει κι άλλος όχι. 
  Άλλος πέφτει απ' τα παράθυρα ή στις ρόδες των αυτοκινήτων. 
  Άλλος με το Ι.Χ. πέφτει περήφανος στην κολόνα, το γκρεμό ή τη θάλασσα. 
  Άλλος πίνει το θάνατο κι άλλος γυρίζει τ' όπλο του.
  Κι είναι ντροπή να βλέπεις μια μερίδα τους να γλείφει και να εκλιπαρεί τους νέους "δυνατούς" να τους προσέξουν...
  Κι όπως όλα τ' άλλα - κι ας μην το σκέφτονται ποτέ, όταν έχουν τη δύναμη - έχουν κι αυτοί το δικό τους τέλος στην ώρα του ή παράκαιρα.
  Μονάχα η δύναμη μένει και σέρνεται στη γη από μορφή σε μορφή!

       Άγιοι Θεόδωροι, 22 Σεπτεμβρίου 2012                         Λεωνίδας Λόλας

Παπά μου, πόσο η πληρωμή;

                               Δεν έχει μπέσα η ζωή κι ας είναι κι άλλη τόση,
                               πολλοί ταξίδεψαν σ' αυτή και τη γνωρίζουν πόσοι;

                               Πήγε, που λες, ο καψερός να στρώσει μετερίζι,
                               να γίνει πρώιμα γαμπρός με σμόκιν και με ρύζι.

                               Πήρε τη νύφη αγκαζέ στην εκκλησιά να πάει,
                               πετάει βέρα τενεκέ και τη χρυσή φοράει.

                               -Τι γάμο θέλεις, νεαρέ; Πόσα κεριά ν' ανάψω;
                               Χαλί ν' απλώσω, ροζ ή μπλε; Να ψάλω ή να κλάψω;

                               -Πες τα, παπά μ', τα γράμματα όλα με τη σειρά τους,
                               να παν καλά τα πράματα, να ζήσουν τα παιδιά τους.

                               -Κουμπάρε, το χεράκι σου βάλ' το βαθιά στην τσέπη
                               και βγάλ' το παραδάκι σου, ο κόσμος μη μας βλέπει.

                               -Γιατί, παπά, να πληρωθείς κι άλλα για τη δουλειά σου;
                               Σα μισθωτός δε λειτουργάς, ή κλέβεις τα παιδιά σου;

                               Καθήκον είναι του παπά, να ευλογεί ζευγάρια,
                               βαφτίσια, ευχές, μνημόσυνα και όχι τα παγκάρια.

                               -Πες μου, παπά, τα γράμματα, κρατώντας το κερί σου.
                               Εσύ Χριστό προσκύνησες, μόνο για το φαΐ σου.

                               -Καλά, γαμπρέ, ατίθασε και νύφη με τα λούσα,
                               ο γάμος ετελείωσε, την ώρα που μιλούσα.

                               -Τέτοιο μυστήριο κι ευχές, που έκαμες, παπά μου,
                               τέτοιοι πιστοί και χριστιανοί έρχοντ' από κοντά μου.


Άγιοι Θεόδωροι, 12 Ιουλίου 2012                         Λεωνίδας Λόλας
                                   

Η πολιτική... των πολιτικών!

                                   Μπήκα υποψήφιος κι έγινα τρανός!
                                   Έμαθα στην αρπαγή, έμαθα... πώς τρως!

                                   Ψήφισα τους νόμους μου, άσυλο να έχω, 
                                   να χουφτώνω αδέσποτα, όλα να τα έχω!΄

                                   Όλοι να δουλεύουνε, να φορολογούνται,
                                   να πληρώνουν άδειες, να κατηγορούνται.


                                   Μόνο εγώ να γεύομαι κάθε κουρβανά, 
                                   να μιλάω ελεύθερα... τζάμπα κινητά.

                                   Χίλια ευρώ στο σπίτι μου, χίλια στο γραφείο,
                                   χίλια στο κορίτσι μου, χίλια και στο θείο.

                                   Χίλια και στον οδηγό, χίλια και στο φύλακα.
                                   χίλια στο πορτοφόλι μου, και το χαρτοφύλακα.

                                   Είδες που σας έλεγα : μόνο αυτά... τα λίγα
                                   παίρνουν στην Ευρώπη μας. Είδα χτες, που πήγα.

                                   Τι συντάξεις μου ζητούν, όπως στην Ευρώπη;
                                   Τι μισθούς κι ωράρια, οι μικροί ανθρώποι;

                                   Μόνο εγώ δικαίωμα έχω, να τα παίρνω,
                                   μόνο εγώ κι οι δικαστές, δύσκολα τα φέρνω,

                                   τα καθυστερούμενα μιας δεκαετίας
                                   και τα αναδρομικά μιας πενταετίας!

                                   ΙΚΑ, ΤΕΒΕ, και ΟΓΑ και μικρά ταμεία,
                                   για το "πώς τα βγάζετε", παίρνετε βραβεία!

                                   Τι ζητάτε, άπληστοι; Να μην έχω στόμα;
                                   Άντε, σας βαρέθηκα και αλλάζω κόμμα!

                                   Μη νομίζετε από δω δεν μπορώ τα ίδια.
                                   Πάντα εγώ το πράσινο, σεις τ' αποκαΐδια.

                                   Σουλατσάρω ελεύθερα, σ' άλλο πάω κόμμα.
                                   Μόνο σεις ακίνητοι... Δεν ξυπνάτε ακόμα.

                                   Μέχρι να ξυπνήσετε κι όλα να τα δείτε,
                                   θα περνώ ανέμελα κι όταν θα με βρείτε,

                                   αλλαγή πολιτικής κάνω στο λεπτό. 
                                   Ίδρυσα το κόμμα σου κι ήρθα να σε βρω.

                                   Να χαρείς κι εσύ, λαέ, ήρθε τώρα η ώρα,
                                   μην πιστεύεις τους παλιούς και μπροστά προχώρα!

                                   Άνθρωπός σου είμαι εγώ και θα σε στηρίξω...
                                   ψήφισέ με πρώτα, εσύ, πριν εγώ σε φτύσω.

                                   Άμοιρέ μου, άνθρωπε, στην πολιτική σου,
                                   έτσι θα σου φέρονται οι πολιτικοί σου...

Άγιοι Θεόδωροι, 2 Ιουλίου 2012                         Λεωνίδας Λόλας


       Στο Ζιώγα :
 Γιώργο Ι. Ψευτογκά

                      Για σένα, Γιώργο Ψευτογκά, και ξάδερφέ μου πρώτε,
                      θέλω να γράψω, σήμερα, απ’ τα παλιά, τα … τότε!

                      Ήσουν καλός, ήσουν γλαυκός, μ’ απλότητα περίσσια΄
                      χωρίς σταυρό στο χέρι σου, μίλαγες πάντα ίσια.

                      Μα, όλοι – όλοι ξέραμε, πώς ήταν η καρδιά σου,
                      τόσο μεγάλη και ζεστή όση κι η ανθρωπιά σου!

                      Σε όλα μέσα ήσουνα ή τα δημιουργούσες΄
                      από μικρός τις σκανταλιές πάντοτε κυνηγούσες.

                      Είχες δυο φίλους καρδιακούς, Βαγγέλη κι Αποστόλη,
                      μαζί τις «πλάκες κάνατε», γελούσαν γύρω όλοι.

                      Βαγγέλης πάει στην Αγναντιά, Μελβούρνη ο Αποστόλης
                      κι εσύ τραβάς στην ξενιτιά, στο κέντρο της Ευρώπης.

                      Τουρίστας πήγες στην αρχή, γύρισες μετανάστης
                      και φανταράκι ντύθηκες, πατρίδα να φυλάξεις.

                      Τότε μας έφυγες ξανά μαζί με την καλή σου,
                      την Ασημίνα, που πιστή έμεινε στη ζωή σου.

                      Δύο παιδάκια κάνατε, το Γιάννη, τη Μαρία,
                      και σύνταξη ελάβατε εκεί στη Γερμανία.

                      Έφτιαξες σπίτι στο χωριό κι έλεγες να γυρίσεις,
                      να ζήσεις, όπως κάποτε, "Ελλάδα να μυρίσεις".

                      Όμως, εκεί στην ξενιτιά, μαζί καημός και πόνος
                      σε τάραξαν και πόνεσες κι έφυγες πάλι μόνος.

                      Τώρα, δεν πήρες συντροφιά κι άφησες την καλή σου
                      με τα παιδιά παρέα της, όπως και την ευχή σου.

                      Απ’ τη Μελβούρνη ήθελες, στερνή επιθυμία,
                      τον Αποστόλη σου να δεις, κι ήρθε στη Γερμανία!

                      Μ’ αεροπλάνο έκανε τριάντα πέντε ώρες
                      και για το φίλο πέρασε σαράντα πέντε χώρες!

                      Τον φίλησες, το χάρηκες, την πιο στερνή βραδιά σου΄
                      χαιρέτησες τη Μίνα σου κι αυτά, τα δυο παιδιά σου.

                      Κι ύστερα ξάπλωσες λαφρύς να φύγεις γι’ άλλον κόσμο
                      ήρεμος και… ατάραχος σαν ξάδερφος δικός μου.

                      Αιώνια η μνήμη σου! Παράδεισος η αυλή σου,
                      να ‘ναι για σένα κει ψηλά, ν’ αγάλλεται η ψυχή σου!

Γενάρης 2013                                               Λεωνίδας Λόλας 
(Φωτογραφία από το face book)

Κράτα με σφιχτά, Θεέ μου
21 Γενάρη 2013
  (Αυτή είναι η αλήθεια της ζωής!)
    Το βρήκα και είπα να το διαβάσουμε μαζί, δεν ξέρω ποιος το έγραψε αλλά θα μπορούσε ο πατέρας μου ο πατέρας σου, η μάνα μου η δική σου μάνα… όλων μας οι γονείς… διαβάστε το λοιπόν!!!
  "Αγαπημένο μου παιδί…
  Την ημέρα που θα προσέξεις ότι γέρασα, κι αυτό φοβάμαι πως δε θα αργήσει να γίνει, κάνε υπομονή και προσπάθησε να καταλάβεις: Μπορεί τα χρόνια μου να πέρασαν. Μπορεί ρυτίδες να χάραξαν το πρόσωπό μου…
  Όμως ούτε η καρδιά μου έχασε την τρυφερότητά της, ούτε τα μάτια μου την αγάπη που σε κοιτούσαν.

  Από την πρώτη στιγμή ήμουν δίπλα σου και με ανείπωτη λαχτάρα περίμενα τον ερχομό σου….!!!
  Κι όταν το θαύμα έγινε, από την ευτυχία μου άνοιξαν οι ουρανοί και η χαρά μου ήταν απερίγραπτη!!!
  Στα χρόνια που πέρασαν, ήμουν δίπλα σου με την αγάπη που σου άξιζε και την τρυφερότητα που χρειαζόσουν…
  Όμως ο χρόνος είναι αδυσώπητος και οι αλλαγές επάνω μας είναι ορατές..
  Γι αυτό αν κάποια φορά λερωθώ την ώρα που τρώω ή εάν δυσκολεύομαι να ντυθώ, δείξε κατανόηση. Θυμήσου με πόση υπομονή , ξόδευα ώρες ατέλειωτες να σε βοηθώ..!!
  Όταν μιλάμε εάν επαναλαμβάνω τα ίδια πράγματα μη με παρεξηγείς Άκουσέ με:

  Όταν ήσουν μικρό παιδί, έπρεπε να σου λέω πολλές φορές την ίδια ιστορία μέχρι να σε πάρει ο ύπνος..!!
  Όταν δε θέλω να κάνω ντους μη θυμώνεις, θυμήσου τις χιλιάδες δικαιολογίες που έβρισκες προκειμένου να με πείσεις να μη σε λούσω..
  Όταν διαπιστώνεις την άγνοια μου πάνω στη νέα τεχνολογία δώσε μου τον απαραίτητο χρόνο να προσαρμοστώ και μη με κοιτάς με περιπαιχτικό βλέμμα!!
  Όταν συζητάμε και ξεχνάω κάτι, δώσε μου χρόνο να το θυμηθώ…
  Και αν δεν μπορώ μην εκνευρίζεσαι…
  Το πιο σημαντικό είναι η ίδια η συζήτηση..!!
  Σε δίδαξα τόσα πολλά πράγματα: να ντύνεσαι σωστά.. Να τρως σωστά..
  Να αντιμετωπίζεις τη ζωή με θάρρος…
  Όταν δε θέλω να φάω μη με πιέζεις ξέρω καλά πότε πρέπει και πότε όχι..!!
  Και όταν τα κουρασμένα πόδια μου δε μου επιτρέπουν να περπατώ. Μη στεναχωριέσαι, φυσικό είναι!!
  Εσύ δώσε μου το χέρι σου να κρατηθώ, το ίδιο έκανα κι εγώ όταν έκανες τα πρώτα σου βήματα…
  Το ξέρω η ηλικία μου δε μου επιτρέπει να είμαι τόσο δραστήριος όσο θα ήθελα. Ωστόσο τα καταφέρνω να επιβιώνω. Κάποια μέρα θα καταλάβεις τι εννοώ…
  Κάποια μέρα θα καταλάβεις, ότι παρά τα λάθη μου, πάντα ήθελα το καλύτερο για σένα…
Και προσπάθησα με όλες μου τις δυνάμεις να ετοιμάσω το δρόμο σου..!!

  Δεν πρέπει να αισθάνεσαι λυπημένο, επειδή είσαι αναγκασμένο να με βλέπεις δίπλα σου… ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ!!!
  Η σοφία μου και η πείρα μου σου είναι απαραίτητη!!
  Δώσε μου το χέρι σου… και βοήθησέ με να τελειώσω το δρόμο μου με ΥΠΟΜΟΝΗ -ΑΓΑΠΗ και ΕΙΡΗΝΗ..!! κι εγώ θα σου το ξεπληρώσω με ένα χαμόγελο και με την απέραντη αγάπη που έχω μέσα μου για σένα…!!
Σ’ ΑΓΑΠΩ, ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ…"

  Είναι οι γονείς μας… οι άνθρωποι που αξίζουν τον σεβασμό… την αγάπη μας… Ας τους δώσουμε χρόνο από το χρόνο μας και την καθαρή αγάπη μας..
  Όπως έλεγε και ένας Γέροντας Αγιορείτης …δύο συμβόλαια έχουμε στη ζωή μας από το Θεό… ένα για τα παιδιά μας και ένα για τους γονείς μας… αν δεν τα ξεχρεώσεις θα σου μείνουν για την άλλη ζωή…!!! 
Πηγή: thenewsgr.wordpress.com
 (Από το face book)
Πάνο, μας έφυγες νωρίς
   
Στον  Πάνο  Γιαννακόπουλο

    Αγαπητέ μουΠάνο,
    δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω.

                          Ήρθες στο πόστο μου απάνω, που πάλευε να στηριχτεί,
                          μετά τη μπόρα, τον.. τυφώνα, σε φάση φεγγαριού γυρτή.

                          Σε γνώρισα πριν λίγα χρόνια στην Κρήτης, μέσα στο σκολειό,
                          εκεί στη Νέα Ιωνία, όπου προσέφερα κι εγώ.

                          Ψηλό, περήφανο, λεβέντη, γκρίζο μαλλάκι, λογικό,
                          χαμόγελο εγκλωβισμένο στο μούσι σου το κατσαρό. 

                          Μες στην παρέα ενταγμένο και στις καρδιές… καταχτητή!
                          Εδίδασκες μικρούς, μεγάλους κι όλοι σε νιώθαν μαχητή.
                          Είχες μια κόρη για καμάρι, που ‘ταν για σένα ακριβή.
                          Σαν το Ζορό θα πολεμούσες, να τη γλιτώσεις καθαρή.

                          Μα σα σε βίγλισε ο μαύρος, καβάλα στ’ άτι το σταχτί,
                          δεν πρόλαβες να αντιδράσεις και λύγισες απ’ το σπαθί.

                          Για σε λυπάμαι Παναγιώτη, που ‘φυγες τόσο ξαφνικά.
                          Αλλά λυπάμαι και τη Ράνια, που μένει πίσω μοναχιά.

                          Και κλαίει τ' άδολο παιδάκι για το δικό σου το χαμό,
                          που δεν της πιάνεις το χεράκι, όσο θα νιώθει μοναχό.

                          Ναι,  Γιαννακόπουλε, Ακολιώτη, μας άφησες μονάχους πια.
                          Στης Ροδοδάφνης το γρασίδι απολαμβάνεις νηνεμιά.

                          Και ο Κριτής μας από πάνω, που όλα τα βλέπει στοργικά,
                          θα βοηθάει παντού τη Ράνια, που θα σπουδάζει κοσμικά.

                          Μα και σε μας, δε λησμονάει, να στέλνει μήνυμα καρδιάς :
                          «κουράγιο να ‘χετε», να λέει, σε όσους φίλους αγαπάς.

         Νέα Ιωνία,   15 Φεβρουαρίου 2012                                      Λεωνίδας Λόλας 
                                                                                                                                     Συνταξιούχος Δάσκαλος
Άστεγο το ρολόι
Η Πλατεία της Λαχαναγοράς με το παραδοσιακό ρολόι
 (Φωτογραφία από το διαδίκτυο )

                                               Μια έξαρση με πήρε και με σήκωσε, 
                                               βλέποντας το ρολόι της πλατείας,
                                               να στέκει εκεί μονάχο του
                                               στα χιόνια της αγοράς.

                                               Σύγκρυο διαπέρασε τα μέσα μου
                                               κι ένιωσα ξαφνικά τη μοναξιά
                                               των άστεγων ψυχών κι ανθρώπων
                                               μες στου χιονιά την παγωνιά.
  
                                               Σήκωσα ντροπιασμένος το γιακά
                                               σαν να 'μουν και αθέατος,
                                               μα και παρών στη θέα,
                                               κρυμμένος κάπου στη γωνιά.

                                               Εικόνα αφιλόξενη και κρύα,
                                               ξεδιάντροπη μου φάνηκε,
                                               για το φτωχό διαβάτη,
                                               στα φώτα της πλατείας.

                                               Λυκόφως με νιφάδες του χιονιού,
                                               ψηλά, η γάστρα τ' ουρανού!
                                               Μα κάτω κρύες οι καρδιές
                                               ανθρώπων, σαν το χιόνι.

                                               Κρίση περνάμε, άνθρωποι,
                                               τροφής, ρούχων κι αγάπης.
                                               Απλώστε χέρια και φιλιά,
                                               μοιράστε και το τζάκι. 
                         * * *
        Νέα Ιωνία Αττικής,  21 Γενάρη 2012           Λεωνίδας Φανερός
                                                                                                                       Συνταξιούχος Δάσκαλος

Ο Γιάννος
  Η Μασκότ της Δόξας :
  Γιάννης Ισαάκ   
  Παρακολουθώντας το θρίαμβο του Αετού στις 17 Οχτώβρη 2010 επί του Σύδενδρου με σκορ 8-1!
  Χάσαμε το "Γιάννο", το "Γιατρό" ή το Γιάννη με το Νο 3 της άμυνας της ποδοσφαιρικής ομάδας: ΔΟΞΑ Νέας Ιωνίας Αττικής της περιόδου 1982-1987!
 Χτες τον χάσαμε και σήμερα τον κηδέψαμε - 18 Νοέμβρη 2010.
  Δυστυχώς, από κει που πήγε δεν μπορούμε να τον φέρουμε πίσω ούτε με μεταγραφή!
  Τη δεκαετία του ογδόντα ήταν για τη Δόξα στέλεχος γερό και καθημερινός βοηθός του Δ.Σ. της.
  Μπορεί να ξενυχτούσε, να έπινε, να έβριζε, να "μην πιανόταν από πουθενά".
  Όμως, όταν πήγαινε στο γήπεδο, έπαιζε με φιλότιμο, έδινε τα πάντα.
  Γυρίζαμε στο καφενείο, πίναμε καφέ, μετά μπύρες, τσίπουρο, κρασί με μεζέδες και ό,τι άλλο θέλαμε.
  Εκεί απάνω σηκωνόταν, έβγαζε το καπέλο κι έλεγε σε όλους: "πέσε"! Ρίξε χρήμα για την ομάδα.
  Κι όλοι έριχναν, γιατί ήξεραν πως, αν δεν έριχναν, δε θα στεκόταν η ομάδα του Συλλόγου των Απανταχού Αγιοθεοδωριτών Γρεβενών με έδρα την Αθήνα (Νέα Ιωνία).
  Ο Γιάννης Ισαάκ του Χρήστου και της Τριανταφυλλιάς υπηρέτησε στο ναυτικό κι έζησε αρκετά χρόνια στην Αθήνα σα σιδεράς οικοδομών.
  Για προσωπικούς λόγους γύρισε στο χωριό. Έζησε χρόνια με τον πατέρα του, μέχρι που τον έχασε.
  Τελευταία ζούσε με τη μάνα του.
  Το πρωί τον βρήκε εκείνη άψυχο στο κρεβάτι με ανοιχτή την τηλεόραση, όπου έβλεπε από το βράδυ τον αγώνα της Εθνικής Ελλάδας με την Αυστρία, όπως συνήθιζε να βλέπει και τον αγαπημένο του "Θρύλο", τον Ολυμπιακό.
  Όποιος τον ήξερε, τον έκλαψε.
  Ο "αποθανών δεδικαίωται".
  Ο Θεός να σε συγχωρέσει, Γιάννο!
  Η φιγούρα σου, θα λείψει από το χωριό μας. 
  *  Ήμουν Πρόεδρος της Δόξας κι όφειλα να σου πω δυο λόγια, αντί στεφανιού, τώρα που σε χάσαμε.
  Αιωνία σου η μνήμη, Γιάννο!
(Νοέμβρης 2010)                                                     Ο Συντάκτης
Επιστολή
                 Αγαπητά Μαντάτα, καλημέρα. 
            Πόσο χαίρομαι που σας βρίσκω ξανά, τώρα πια μέσα από το ίντερνετ!
  Μπράβο, Λεωνίδα! Δεν το βάζεις κάτω. Και τώρα, όπως και τότε, μας φέρνεις κοντά.
  Καλημέρα, στους φίλους απανταχού της γης.
  Να ευχαριστήσω όλους εκείνους, που μου μιλάνε μέσα από τη σελίδα μου (face book) και (fan club).
  Θέλω να πω δυο λόγια για τα παλιά Μαντάτα…
  Ήταν ό,τι καλύτερο για τον τόπο μας.
  Μάθαινα τα νέα του τόπου μου. Μέσα σ’ αυτά γνώρισα πολλούς ανθρώπους, χωριανούς και συντοπίτες.
  Δε θα ξεχάσω που με πήρε τηλέφωνο ο Δημήτρης ο Ρίγγος απ’ το Σιταρά. Με συγκίνησε τόσο πολύ με τα λόγια του…
  Επίσης και ο Αθανάσιος Στεφανής, συγγραφέας – δάσκαλος απ’ το Σιταρά. Μου έκαναν εντύπωση τα γραπτά του λόγια, που αναφέρονταν στο πρόσωπό μου μέσ’ απ’ την εφημεριδούλα, Μαντάτα.
  Αλήθεια, πόσες αναμνήσεις έχω από τα χρόνια που πέρασαν!
  Να είστε καλά όλοι! Θα τα λέμε συχνά.                                                   Σούλα Βαζούρα
Φιλολογία
 "Φιλολογία" ονομάζω αυτήν τη σελίδα, γιατί εδώ θα παρουσιάζονται εργασίες αναγνωστών μου -και δικές μου- που θα θέλουν να τις παρουσιάσουν μέσω των Μαντάτων.     
  Οι εργασίες θα είναι πάντα πνευματικού επιπέδου (άρθρα, αναμνήσεις και ιστορίες της ζωής και της πατρίδας μας, διάφορες εργασίες ή επιστολές, γνώμες και ιδέες για την καλυτέρευση της ζωής μας, ποίηση, πεζογραφία...) ενυπόγραφες και θα έχουν την ευθύνη των γραπτών οι υπογράφοντες. 
  Θα γράφονται και σχόλια για διάφορα βιβλία καθώς κι αναφορές σ' αυτά.        
                                                                                                           Ο Συντάκτης
Φανερός
Το ψευδώνυμό μου
  Το ψευδώνυμο " Φανερός " διάλεξα το 1979-80, υπηρετώντας ως δάσκαλος στο 1/θέσιο Σχολείο της Μηλιάς Κοζάνης, όταν αναγκάστηκα να πρωτογράψω στη μαθητική εφημερίδα των μαθητών μου, θέλοντας να τους ενθαρρύνω να δημοσιεύσουν τη γνώμη τους και τις εργασίες τους.
  Φωτοτύπησα ο ίδιος την εφημερίδα κι έτσι είχα την ευχέρεια να προσθέσω κρυφά τη συνεργασία μου. Την άλλη μέρα οι μαθητές έψαχναν να βρουν ποιος είναι ο "Φανερός". Αποκαλύφθηκε μετά από αρκετές εφημερίδες.
  Έκτοτε χρησιμοποίησα το ψευδώνυμο αυτό ως "Φανερός" ή "Λ. Φανερός" ή "Λεων. Φανερός" ή "Λεωνίδας Φανερός".
  Έτσι υπέγραφα στα "Αγιοθεοδωρίτικα Μαντάτα", του Συλλόγου των Απανταχού Αγιοθεοδωριτών Γρεβενών "ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΙ", στα οποία υπέγραψα και με το όνομά μου. 
                                              (Μάης 2011)                                                                                        Λεωνίδας Ι. Λόλας
Επιστολή
    Αγαπητέ Λεωνίδα,
  Εύχομαι να υγιαίνεις.
  Ο λαός μας λέει πως τα βουνά δεν ανταμώνονται. Εγώ θα το αλλάξω και θα πω «τα βουνά δεν επικοινωνούν».
  Σε θυμήθηκα, και η αιτία είναι η συνυπηρέτηση και η «δημοσιογραφική» συνεργασία που είχαμε στο παρελθόν.
  Η δική μου ζωή, νομίζω πως είναι περιττό να σου την περιγράψω. Μονοτονία, μονοτονία. Διάβασμα και κάπου – κάπου λίγο γράψιμο για να περνάει η ώρα.
  Τελευταία εργασία μου είναι η επισυναπτόμενη «Τα ζώα μέσα από τις παραδόσεις, τους μύθους και τις παροιμίες».
  Με το Θανάση τα λέμε, έστω και κάπως αραιά. Τον επισκέπτομαι στο Σχολείο του.
  Εσένα σε φαντάζομαι να γυροφέρνεις στο λαχανόκηπο και στις κερασιές. Ο «Κερασάρης», για τους Βορειοελλαδίτες, πλησιάζει. Αυτά τα ευχάριστα του χωριού λίγοι τα χαίρονται…
  Σε χαιρετώ με συναδελφική αγάπη. Χαιρετισμούς και στη σύζυγο και τα εγγονάκια σου.
  Γεια σου!
  Νέα Ιωνία, 21/5/2009                                                                      Ευάγγελος Ι. Ντόντης

Στο γείτονά μου  
                                               Ξημέρωσε!
                                               Απ’ τη γωνιά
                                               της πόρτας μου δε σ’ είδα,
                                               καλέ μου γείτονα.
                                               Κοίταξα στο παράθυρο.
                                               Δε φώτιζε το φως την κάμαρά σου.
                                               Από ψηλά, στροβίλιζαν νιφάδες του χιονιού
                                               και το λευκό χαλί απλωνόταν,
                                               σκεπάζοντας τη μαύρη γη.

                                               Κρύος καιρός!
                                               Και τράβηξα στην ξυλοθήκη,
                                               να βρω κανένα κούτσουρο,
                                               να καίει αργά στο τζάκι.
                                               Τότε ψηλά αντίκρισα 
                                               το δρόμο του καπνού σου,
                                               που έστελνε στον ουρανό
                                               μέσ’ απ’ την καμινάδα
                                               το τζάκι του σπιτιού σου.

                                               Ο Χαμαλίδης!
                                               Ψέλλισα…
                                               ωσάν να έκανα
                                               προσπάθεια μεγάλη,
                                               για να πιστέψω πως δεν έφυγες,
                                               Δημήτρη μου, εσύ!
                                               Τάχα, πως ήταν όνειρο,
                                               μαύρο κι αραχνιασμένο,
                                               του ύπνου και με ξύπνησε.

                                               Κικιρίκουουου!
                                               Ο κόκορας, απότομα,
                                               στη γη με προσγειώνει
                                               και το χαμό σου το σπερνό
                                               μου θύμισε… Γιατί;
                                               Μέσα στο σπίτι σου ξυπνούν
                                               η Νένα κι ο Ανέστης
                                               κι η μάνα ανακατεύει,
                                               παρηγοριάς καφέ…

                                               Μαρία! Μαρία!
                                               Μαρία! Και καλούσες,
                                               σε όλα σου τα χρόνια,
                                               τη σύντροφό σου στο πλευρό,
                                               σε λύπη ή χαρά.
                                               Μαζί τραβούσες στα καπνά,
                                               και στο χωράφι αντάμα΄
                                               στα ξύλα, στα γουρούνια,
                                               στον κήπο και στ’ αρνιά.

                                               Ναι, δουλευτής!
                                               Τα κόκαλά σου στράγγισαν,
                                               εξήντα δύο χρόνια,
                                               δουλεύοντας ακούραστα
                                               και λαίμαργα μαζί!
                                               Ποτέ σου δε φοβήθηκες
                                               ατέλειωτη εργασία,
                                               μόν’ η δουλειά φοβήθηκε
                                               και σκιάχτηκε από σένα!

                                               Ορφάνεψες!
                                               Από μικρό και ορφανό
                                               ζούσες με τη γιαγιά σου,
                                               σαν οι γονείς σου φύγανε
                                               και χάθηκαν στα ξένα,
                                               παράπλευρη απώλεια
                                               εμφύλιου πολέμου.
                                               Μεγάλωσες, οργώνοντας
                                               και σπέρνοντας μαζί.

                                               Η αναζήτηση!
                                               Της αδερφής, της δίδυμης,
                                               τ’ αχνάρια ανακάλυψες
                                               και γνώρισες τη Δέσπω΄
                                               τη μάνα σου ποτέ!
                                               Πάντρεψες την Ελένη
                                               και έγινες παππούς.
                                               Και τώρα πήρες σύνταξη,
                                               για να ξεκουραστείς.

                                               Καλογείτονας!
                                               Μου στάθηκες σαν αδερφός,
                                               γείτονας και παρέα!
                                               Φτιάχναμε στα βαρέλια μας,
                                               τσίπουρο και κρασί,
                                               και στρώναμε μες στις αυλές
                                               της γειτονιάς τραπέζι.
                                               Το δίκιο πάντα ήθελες
                                               και το στραβό χτυπούσες.

                                               Δεν άντεξες!
                                               Δουλειά σκληρή κι ατέλειωτη,
                                               άγχος και στενοχώρια,
                                               σ’ έριξαν πληγωμένο.
                                               Πρώτα κρεβάτι μαχαιριού
                                               κι ύστερα πονεμένου!
                                               Δυο χρόνια βασανίστηκες…
                                               Το πάλεψε η Μαρία,
                                               εγγόνια και παιδιά!

                                               Η λύτρωση!
                                               Ήρθε με πόνο, τελικά,
                                               το άδικο το τέλος,
                                               σα λύτρωση προσωπική
                                               και του περίγυρού σου.
                                               Τώρα, κοιμήσου ήσυχος
                                               στους Άγιους Θεοδώρους!
                                               Μήτσιο, πολλά προσέφερες!
                                               Καιρός, πια! Ξεκουράσου.

  Άγιοι Θεόδωροι Γρεβενών,    21 Γενάρη 2010             Λεωνίδας Φανερός

Βαγγελή Γιαννούλα

                                 Κακότυχή μου, Βαγγελή, πώς να σε τραγουδήσω;
                                 Κολλάει ο νους κι η γλώσσα μου, πώς να μοιρολογήσω;

                                 Πόσο σκληρή και φειδωλή ήταν για σε η τύχη,
                                 κακότυχή μου, Βαγγελή, και του Γιαννούλα νύφη;

                                 Νόμισες, χαμογέλασε, σαν ήρθες στη ζωή.
                                 Όμως, ορφάνεψες διπλά από πολύ μικρή.

                                 Δυόμισι χρόνων πέρασες στου θείου σου το χέρι.
                                 Τράνεψες και παντρεύτηκες το Νάσο σου, για ταίρι.

                                 Άλλαξε τότε η ζωή -χάρισες γέλιο και χαρά-
                                 ή έτσι νόμισες εσύ, μετρώντας τρία τα παιδιά.

                                 Από μικρή ορφάνεψες στου θειου τα χέρια πέφτεις
                                 κι εκείνος πάντα φρόντιζε όλα σου να τα έχεις.

                                 Μα σένα πάντα σου ‘λειπε πατέρας και μανούλα
                                 μέχρι που σε παντρέψανε, σε ’δωσαν στο Γιαννούλα.

                                 Καλός ο Νάσος σου, καλός. Περάσανε τα χρόνια
                                 με γέλια, πίκρες και χαρές κι αρχίσανε τα χιόνια.

                                 Όλη η ζωή σου ήτανε προσπάθεια κι αγώνας.
                                 Πέρασε με το Νάσο σου κοντά μισός αιώνας.

                                 Χάρισες σ’ άλλους θησαυρούς, τα σπλάχνα σου σε άλλους
                                 κι έμεινες με το ταίρι σου με δύο γιους μεγάλους.

                                 Ο ένας μες στο σπίτι σου κι ο άλλος στην κουνιάδα...
                                 Με πόνο το περίμενες, να σε φωνάξει «μάνα».

                                 Και τώρα, τόσο ήρεμα περνούσες στο χωριό σου,
                                 συνταξιούχοι και οι δυο, το Νάσο στο πλευρό σου.

                                 Μάλλον ο Χάρος ζήλεψε τα υστερνά σου χρόνια,
                                 και σε χτυπά πολύ βαριά, χωρίς καμιά συμπόνια.

                                 Τρέχει ο Νάσος Γρεβενά, τρέχει Θεσσαλονίκη
                                 και στην Αθήνα τα παιδιά σε φέρνουν μες στη λύπη.

                                 Μα, όποιος πήρε εντολή στον Άδη να κατέβει
                                 πάει μονάχος, Βαγγελή, σ’ όποιον Θεό πιστεύει.

                                 Τριάντα μέρες Βαγγελή και μαύρες τρεις ακόμα
                                 πάλευες στο κρεβάτι σου με την ψυχή στο στόμα.

                                 Κι άφησες πίσω τα παιδιά και το Θανάση μόνο
                                   απαρηγόρητα να κλαιν πνιγμένοι μες στον πόνο.

                                 Σε κλαίμε όλοι, Βαγγελή, καθένας μας πονάει
                                 και το χαμό σου, πρόωρα, κανένας δεν ξεχνάει.

  Άγιοι Θεόδωροι Γρεβενών,    Οχτώβρης  2009

   Λεωνίδας Φανερός


Ψηλαφίζοντας την παράδοση
Τα ζώα μέσα από τις παραδόσεις,
τους μύθους και τις παροιμίες
 Ο άνθρωπος από την εποχή που εμφανίστηκε στη Γη, βρέθηκε αντιμέτωπος με όλα τα άλλα δημιουργήματα της στεριάς και της θάλασσας. Μπροστά στη σωματική διάπλαση και τη μυική δύναμη, ο άνθρωπος υστερούσε, όπως και σήμερα, πολλών ζώων. Μόνο στη νόηση ο άνθρωπος υπερτερεί όλων των δημιουργημάτων. Και μην ξεχνάμε πως κι ο άνθρωπος «ζώον εστί» αλλά λογικό.
  Οι αρχαιότερες πληροφορίες για τα ζώα αναφέρονται στην τεταρτογενή περίοδο και είναι αποτυπωμένες σε κόκαλα και σε κέρατα ζώων. Από τα στοιχεία αυτά συμπεραίνουμε και την ύπαρξη του ανθρώπου πάνω στη γη. Αρχαιότερες πληροφορίες για την εμφάνιση του ανθρώπου στη γη δεν υπάρχουν.
Σε αρχαία Αιγυπτιακά μνημεία απεικονίζονται διάφορες παραστάσεις με ζώα, ως και μούμιες ταριχευμένων ζώων.
  Σύμφωνα με σχετικές πληροφορίες οι λαοί της Μέσης Ανατολής που ήταν γεωργοί εξημέρωσαν τα πρώτα ζώα και τα έκαναν κατοικίδια (βόδι, σκύλο, άλογο, χοίρο, κ.τ.λ.) κι έγιναν κτηνοτρόφοι.
  Αρχαιότερο και σπουδαιότερο γνωστό βιβλίο περί ζωολογίας είναι «Αι περί τα ζώα ιστορίαι» του Αριστοτέλη, όπου αναφέρει περί τα 400 είδη ζώων. Σήμερα η ζωολογία είναι ξεχωριστή επιστήμη και μας παρέχει πληροφορίες για όλα τα γνωστά ζώα που υπάρχουν στη φύση.
  Στη Βίβλο αναφέρονται περίπου 115 ζώα όλων των ειδών (ζώα, πουλιά, έντομα, θαλασσινά).
  Οι Έλληνες και οι Εβραίοι, εκτός από τα υπαρκτά ζώα, πίστευαν πως υπήρχαν και διάφορα μυθικά ζώα, όπως : α) Ο δράκος που περιγράφεται στη Βίβλο ως ερπετό με φτερά και μεγάλα νύχια. β) Γρύπας, που πίστευαν πως είχε σώμα λιονταριού, κεφάλι και φτερά αετού και συμβόλιζε τη φρούρηση, την αγρυπνία και την ταχύτητα. γ) Ονοκένταυρος. Ζώο κατά το ήμισυ άνθρωπος και κατά το ήμισυ γάιδαρος. δ) Σειρήνα, δαίμονας θανάτου με κεφαλή γυναίκας και σώμα πουλιού. ε) Τραγέλαφος, ζώο κατά το ήμισυ τράγος και κατά το ήμισυ ελάφι.
  Της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας είναι και τα τέρατα με μορφή ανθρώπου και κάποιου ζώου, είναι και τα εξής : «Γοργόνα, Πήγασος, Κένταυρος, Μινώταυρος». Της αιγυπτιακής μυθολογίας είναι ο φοίνικας που ξαναγεννιέται από τη στάχτη του.
  Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι διέκριναν τα ζώα σε άγρια και ήμερα.
 Ο ρήτορας Ισοκράτης μας πληροφορεί πως στην εποχή του υπήρχαν στην Αθήνα θηριοδαμαστές που ημέρευαν άγρια ζώα, οι γνωστοί και με το όνομα αγύρτες. Σε πλάκες και αγγεία απεικονίζονται εξημερωμένα διάφορα άγρια ζώα, όπως λιοντάρια, τίγρεις, αρκούδες, πίθηκοι, ελέφαντες και διάφορα πουλιά.
  Μέσα που χρησιμοποιούσαν για την εξημέρωσή τους ήταν τα γνωστά και σήμερα. «Η αιχμαλωσία, η στέρηση τροφής και νερού, η αϋπνία, η φωτιά και το σπουδαιότερο και πιο βάρβαρο μέσο ο ανελέητος ξυλοδαρμός». Το γνωστό «έφαγε το ξύλο της αρκούδας» τα λέει όλα. Τα μέσα αυτά τα μεταχειρίζονται μέχρι το ζώο να υποκύψει στην επιθυμία του θηριοδαμαστή ή στο θάνατο. Κι όλα αυτά για την εκμετάλλευση των ζώων, ξεχνώντας, υποκριτικά, ότι κι αυτά και πονούν και αισθάνονται, μόνο γλώσσα, για να μας το πουν, δεν έχουν.
  Τα ζώα από τα πανάρχαια χρόνια ήταν σύντροφοι και συνεργάτες του ανθρώπου και με την ανατολή των πρώτων πολιτισμών έγιναν αντικείμενο της τέχνης. Σε έργα τέχνης της Αιγύπτου βλέπουμε ήμερα και άγρια ζώα πολλά από τα οποία τα λάτρευαν. Για την εποχή μας θεωρώ περιττό να αναφερθώ στην τέχνη με αντικείμενα τα ζώα.
  Μερικά ζώα έχουν παράδοξες μορφές και ιδιότητες και προξενούν εντύπωση στους ανθρώπους. Τα στοιχεία αυτά έδωσαν αφορμή στη φαντασία του λαού να πλάσει γι’ αυτά διάφορες παραδόσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε την παράδοση της δεκοχτούρας που ήταν κορίτσι και κατηγορήθηκε από την πεθερά της ότι έχασε ένα ψωμί, ενώ τα ψωμιά ήταν δεκαοχτώ, κι από τότε μεταμορφώθηκε σε πουλί και φωνάζει «δεκοχτώ». Το ίδιο συνέβηκε και με το γκιώνη που σκότωσε τον αδερφό του κι αφού μετανόησε για την πράξη του, έγινε πουλί και ψάχνει για τον αδερφό του φωνάζοντας «Γκιων! Γκιων!»
  Οι παραδόσεις αυτές άλλες είναι δημιουργήματα του ελληνικού λαού κι άλλες των αρχαίων προγόνων μας. Παραδόσεις των Αθηναίων και Θηβαίων λένε πως τα πουλιά «αηδόνι, χελιδόνι, τσαλαπετεινός, αλκυόνα και θαλάσσιος αετός» ήταν αρχικά άνθρωποι και μάλιστα της ίδιας οικογένειας.
  Άπειροι οι μύθοι που έχουν σχέση με τα ζώα από την αρχαία ακόμη εποχή. Ο Αίσωπος μας διέσωσε αρκετούς απ’ τους μύθους αυτούς.
  Ο άνθρωπος εκμεταλλευόμενος το προνομιακό χάρισμα του Θεού, το «λογικό», έχει καταφέρει να γίνει όχι μόνο απλά κύριος όλων των ζώων, αλλά, και, από τη μια να οικειοποιείται τα χαρίσματά τους και από την άλλη, όλα τα δικά του μειονεκτήματα, να τα φορτώνει σ’ αυτά. Δηλαδή, τα μονά δικά μου και τα ζυγά δικά μου, όπως είπε κι ο Χότζας. Άνθρωπος ήταν κι αυτός.
  Στη συνέχεια θα σταχυολογήσουμε μερικές παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις που έχουν σχέση με τα ζώα. Απ’ αυτές άλλες έχουν επαινετικό χαρακτήρα για τον άνθρωπο και τα ζώα, άλλες σατιρίζουν αδυναμίες, ελαττώματα ανθρώπων και ζώων, άλλες έχουν αλληγορική σημασία. Τέλος δε, άλλες έχουν υβριστικό χαρακτήρα, επινοήσεις των αδυναμιών του ανθρώπου κι αυτές.
  «Αρνάκι που βλέπει ο Θεός, ο λύκος δεν το τρώει. Αγαθός σαν αρνάκι. Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας. Αλεπού που κοιμάται κότες δεν πιάνει. Αν το κοράκι έχεις οδηγό, μόνο σε ψοφίμι θα σε πάει. Έκανες το λύκο φίλο, βάστα και κομμάτι ξύλο. Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα. (Κατά πάσα πιθανότητα τη φράση αυτή την είπε ο Κολοκοτρώνης). Γάτα που κοιμάται ποντικούς δεν πιάνει. Για να μη φάει η γάτα το ψωμί, τρώει ο ποντικός τα ρούχα. Για το γαμπρό γεννάει κι ο πετεινός, για το γιο μήτε η κότα. Αλλά, και… ο γαμπρός γιος δε γίνεται κι η νύφη θυγατέρα. Ένας κούκος δε φέρνει την Άνοιξη. Λαγός τη φτέρη έσειε, κακό του κεφαλιού του. Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται. Η σκύλα από τη βιάση της στραβά κουτάβια κάνει. Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες. Η γριά κότα έχει το ζουμί. Άπιαστα πουλιά, χίλια στον παρά. Κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει. Όπου λαλούν πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει. Όταν βουλιάζει το καράβι, οι ποντικοί το εγκαταλείπουν. Σκυλί που γαυγίζει μην το φοβάσαι. Ψάχνει ψύλλους στ’ άχυρα. Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρων οι κότες. Ο λύκος στην καταχνιά χαίρεται κι ο κλέφτης στην αναμπουμπούλα. Κι ο λύκος από τα μετρημένα τρώει. Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του. Γουρούνι στο σακί. Όλα τα γουρούνια ίδια μύτη έχουν. Τρώει σαν το γουρούνι. Είναι βρώμικος σαν το γουρούνι. Θρέψε λύκο το χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι. Άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες. Το φτηνό το κρέας τα σκυλιά το τρώνε. Του ‘ταξε λαγούς με πετραχήλια. Λείπει ο γάτος, χορεύουν τα ποντίκια. Από γίγαντα δανείσου κι από αλεπού αλαργίσου. Φίδι κολοβό. Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα. Υπομονή γαϊδάρου. Ο λύκος έχει το όνομα κι η αλεπού τη χάρη. Το πρόβατο, που βγαίνει από το μαντρί, το τρώει ο λύκος. Τρώει σαν το όρνιο. Εφτάψυχος σαν τη γάτα. Όπου πατεί η αίγα, πατεί και το ριφάκι. Η μαύρη γάτα κι ο λαγός στο δρόμο προμηνύουν κακό σημάδι. Έμαθε το βόδι στο αυλάκι και δε βγαίνει από αυτό. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Και … οι μεγαλοκαρχαρίες. Έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας. Σαράντα πέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση. Τι τα θέλει που τάχει, κουκουβάγιες θα λαλήσουν! Έμεινε έρημος σαν τον κούκο. Πώς πάνε κόρακα τα παιδιά σου; Όσο παν και μαυρίζουν. Κόστισε ο κούκος αηδόνι. Τρώγονται σαν τις σκύλες. Εγώ το λέω στο σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του. Σκόρπησαν σαν τα μικρά του λαγού. Ο γάιδαρος ψοφάει στο λόγγο, η ζημιά όμως γίνεται στο σπίτι. Έξυπνος σαν τον μπούφο. Τούρθε στο στόμα, σαν το πουλί του μπούφου. Έξυπνος ή γρήγορος σαν το ξεφτέρι. Πονηρή σαν τη σουπιά. Η αλεπού εκατό χρονών και το αλεπουδάκι εκατόν ένα. Πήρε τη μερίδα του λέοντος. Ταύρος μαινόμενος εν υαλοπωλείω. Νηστικό αρκούδι δε χορεύει. Του γειτόνου μας ο σκύλος, γείτονας είναι κι εκείνος. Ψαράς, που δε βρέχεται, ψάρια δεν τρώει. Βαράει το σαμάρι ν’ ακούσει ο γάιδαρος. Έκαψε την καλύβα του να μην τον φάνε οι ψύλλοι».
  Για να εφαρμόσω το «ουκ εν τω πολλώ το ευ» δε συνεχίζω την απαρίθμηση κι άλλων παροιμιών, παρόλο που έχω κι άλλες στη διάθεσή μου. Ούτε κι εξήγησα την έννοια καθεμιάς, γιατί, λίγο πολύ, είναι γνωστές στο λαό. Εξ άλλου του λαού μας ρήσεις είναι.
Νέα Ιωνία 9/5/2009
                                                                             Ευάγγελος Ι. Ντόντης
Η πικρομάνα

                                     Πώς άντεξες, Πανάγιω μου, τρεις εποχές του χρόνου;
                                     γιαγιά χαροκαμένη και αδελφή του πόνου;

                                     Πανάγιω, Μποζοβίτη, και Μήλενα μαζί,
                                     είδες στο νεκροκρέβατο του γιου σου το παιδί;

                                     Πώς άντεξες το θάνατο του εγγονού Δημήτρη 
                                     - χρονών είκοσι οχτώ – και άμοιρου πετρίτη;

                                     Η άνοιξη σου έφυγε, την Άνοιξη αυτή, 
                                     με την ψυχή του Τάκη! Βραδιά πολύ πικρή!

                                     Έσφιξες την καρδιά σου, ζύγιασες το κακό  
                                     κι είπες: θε’ να στηρίξω, το Λάμπρο μου, το γιο.

                                     Έκανες τα εννιάμερα, πέρασαν τα σαράντα, 
                                     με στάρι το εξάμηνο, όλα με την αράδα.

                                     Είπες πως, τάχα, έσωσες πρεπούμενα και τέτοια
                                     και το κακό το έδιωξες σε άλλα βιλαέτια. 

                                     Μα το σαράκι φώλιασε μες στην καρδιά του γιου σου,
                                     του Λάμπρου, και πατέρα του, του μαύρου εγγονού σου.

                                     Πόνος τρανός, καημός πικρός του τρώει το κορμί του, 
                                     κι ένα πρωί του έκλεψε την έρμη την ψυχή του.

                                     Τώρα ο πόνος θέριεψε και στα δικά σου στήθια, 
                                     δεν ήτανε πια ψέματα ούτε και παραμύθια.

                                     Για χρόνια χήρα έμεινες, σαν έφυγε ο Γιάννης,
                                     ο άντρας σου και ο καλός, ο άρχοντας της στάνης.

                                     Πόναγες μα δεν το ‘δειχνες κανένας μην πονέσει. 
                                     Το χάροντα ξεγέλαγες, μέχρι που ‘χε πιστέψει,

                                     πως δεν πονάς, πως δε λυγάς! Καλή μου, μαυρομάνα,
                                     πόσα καντάρια βάσανα θ’ αντέξεις, πικρομάνα;

                                     Σου πήρε το εγγόνι σου, το γιο σου που ‘χες μόνο,
                                     και σένα σ’ αποτέλειωσε μέσα στον ίδιο χρόνο!

Νέα Ιωνία, 2 Δεκεμβρίου 2007                   Λεωνίδας Φανερός

Το παρελθόν

                                         Εμάζεψα το παρελθόν μέσα σ' ένα μπουζούκι
                                         και ήρθα και το έπαιξα σε τούτο το κουτούκι.

                                         Εκάλεσα τους φίλους μου μαζί μου να χορέψουν,
                                         και τις παλιές μου τις πληγές όλες να τις γιατρέψουν.

                                         Κανένας δε με πόνεσε, κανένας δε με νιώθει:
                                         ορφάνια, φτώχεια, βάσανα, όλα σε μια απόχη!

                                         Εμάζεψα το παρελθόν σε μια σακούλα τόση!
                                         Ήταν βαριά κι ασήκωτη, κανείς δε θα με νιώσει.

                                         Παντού περιπλανήθηκα τις πίκρες να πουλήσω,
                                         και τις χαρές προσπάθησα για μένα να κρατήσω.

                                         Κανένας δε με πόνεσε, κανένας δε με νιώθει : 
                                         ορφάνια, φτώχεια, βάσανα, όλα σε μια απόχη!

                                         Κι αν μάθεις, φίλε, γράμματα, κι αν μάθεις, φίλε, τέχνες, 
                                         στο πεζοδρόμιο δε μετράς, άμα καρδιά δεν έχεις.

                                         Εγώ σε θέλω φίλο μου, να σ' έχω στη ζωή μου, 
                                         κι, αν με καλά κατάλαβες, σου δίνω την ψυχή μου.

                                         Κανένας δε με πόνεσε, κανένας δε με νιώθει : 
                                         ορφάνια, φτώχεια, βάσανα, όλα σε μια απόχη!

                                         Αϊ Πέτρο, στον παράδεισο φύλαγε μια ακρούλα,
                                         παρηγοριά για τους φτωχούς, που 'ρχονται την αυγούλα.

                                         Κανένας δε με πόνεσε, κανένας δε με νιώθει :
                                         ορφάνια, φτώχεια, βάσανα, όλα σε μια απόχη!

Νέα Ιωνία 29/11/1997
 Το παραπάνω τραγούδι γράφτηκε για να το τραγουδήσει ο Στέλιος Καζαντζίδης.
 Ώσπου να τον πλησιάσω, μας άφησε.
 Είχα έτοιμη και τη μουσική του!
 Τώρα; Απλά, του το αφιερώνω.                                                                  Λόλας Ι. Λεωνίδας


Πρώτη συνεργασία  
  Τιμώντας έναν παλιό συνεργάτη μου από τα Αγιοθεοδωρίτικα Μαντάτα, γράφω εδώ μια του εργασία (Πώς το τρίβουν το πιπέρι;) που θα δημοσιευόταν στο έντυπό μας αργότερα. Είναι ο συνταξιούχος δάσκαλος κ. Ντόντης Ευάγγελος του Ιωάννη. 
  Σημείωση Οι εργασίες πρέπει να είναι μικρές                                   Ο Συντάκτης

Πώς το τρίβουν το πιπέρι;
  Μιμητικός χορός και χορεύεται σε γλέντια, κυρίως, οικογενειακά και γάμους. Λόγω της φύσης του δε χορεύεται σε πανηγύρια ή σ' άλλες εκδηλώσεις. Είναι καθαρά ανδρικός χορός και χορεύεται από χορευτές που ήδη έχουν φτάσει σε κατάσταση μεγάλου κεφιού είτε από την κατανάλωση οινοπνεύματος είτε από συναισθηματικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς λόγους.  
 Οι χορευτές δεν έχουν σκοπό να επιδείξουν τις χορευτικές τους ικανότητες, όταν χορεύουν, αλλά να προκαλέσουν γέλιο και ευθυμία στους θεατές με τις διάφορες φιγούρες που κάνουν σύμφωνα με το σχετικό τραγούδι. Το τραγούδι, τραγουδιέται από τους οργανοπαίχτες, από τους ίδιους τους χορευτές και το κοινό ακόμη.
  "Πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι;" Η φράση αυτή έχει την ιστορία της κατά πάσα πιθανότητα από την εποχή της βυζαντινής περιόδου. Όπως είναι γνωστό η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν πολυεθνικό και θεοκρατικό κράτος με επίσημη θρησκεία τη χριστιανική. Τότε ο κλήρος, και με την αμέριστη υποστήριξη των βυζαντινών αυτοκρατόρων, είχε χτίσει αμέτρητες εκκλησίες και μοναστήρια σ' όλη την αυτοκρατορία. Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια είχαν τεράστιες περιουσίες, κυρίως αγροτικές εκτάσεις. 
  Στα μοναστήρια, όταν έγιναν κοινοβιακά, εύρισκαν άσυλο τρόφιμοι διαφόρων τύπων. Ένας μεγάλος, φυσικά, αριθμός από αυτούς πίστευε πράγματι στο Θεό και ντύνονταν το ράσο και το καλογερικό σκουφί. Από τους υπόλοιπους άλλοι δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και στο μοναστήρι εύρισκαν αποκούμπι.  Άλλοι γινόντουσαν καλόγεροι για να μην πηγαίνουν στο στρατό. Υπήρξε μάλιστα περίοδος κατά την οποία οι αυτοκράτορες υποχρεώθηκαν να πάρουν αυστηρά μέτρα, ακόμη να κλείσουν μερικά μοναστήρια, γιατί οι καλόγεροι ήταν πιο πολλοί από τους στρατιώτες. Λέγεται, μάλιστα, πως σε πολλά μοναστήρια, η σκάφη όπου ζύμωναν το ψωμί ήταν τόσο μεγάλη που έμοιαζε με βάρκα!
 Τα μοναστήρια είχαν στην κατοχή τους τεράστιες εκτάσεις γης, μεγάλο αριθμό ζώων (γιδοπρόβατα, βόδια, χοίρους κ.λπ.) ελαιώνες, αμπελώνες, μύλους (νερόμυλους, ανεμόμυλους) μελίσσια και κατά συνέπεια και μεγάλα χρηματικά ποσά από την εκμετάλλευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας που προαναφέραμε. 
  Ο κάθε ηγούμενος φρόντιζε για τη συντήρηση του μοναστηριού και τη σίτιση των καλογέρων. Εκτός από τα προϊόντα, γεωργικά και κτηνοτροφικά, που παρήγαγε το κάθε μοναστήρι προμηθευόταν και εισαγόμενα προϊόντα. Μεταξύ αυτών ήταν και τα μπαχαρικά και κυρίως το μαυροπίπερο. Και επειδή το προσωπικό ήταν πολυάριθμο το πιπέρι το αγόραζαν σε κόκκους και σε μεγάλες ποσότητες. Και πριν από τη χρήση του το τρίβανε οι καλόγεροι σε πέτρινα γουδιά ή μπρούτζινα χαβάνια.
  Όπως αποδείχτηκε το κοπάνισμα δεν ήταν εύκολη δουλειά γιατί τα πτητικά έλαια και η σκόνη που απελευθερώνονταν από τους κόκκους ερέθιζαν τις μύτες τους σε βαθμό που υποχρεώθηκαν να αναθέσουν το κοπάνισμα (τρίψιμο) στα καλογεροπαίδια που και αυτά αντιμετώπισαν τα ίδια προβλήματα. Αποτέλεσμα ήταν το να αντιδράσουν και τα καλογεροπαίδια δυναμικά. Έπρεπε, όμως, να βρεθεί η λύση του προβλήματος γιατί ο πειρασμός της μαύρης αυτής σκόνης ήταν και είναι μεγάλος. Και η λύση βρέθηκε. Στο στρατό οι τιμωρημένοι στα "καζάνια" και την "Καλλιόπη" κι εδώ οι τιμωρημένοι (ζωηροί καλόγεροι) στο τρίψιμο του πιπεριού. Κι έτσι προέκυψε και επικράτησε το "πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι;"  
  Ευκαιριακά αναφέρουμε πως το πιπέρι είναι γνωστό πάνω από 3.000 χρόνια! και μαζί με τα άλλα μπαχαρικά έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην παγκόσμια οικονομία. Η τιμή του πιπεριού, για αιώνες, ήταν ίδια με αυτή του χρυσού. Έλληνες και Ρωμαίοι το χρησιμοποιούσαν και ως μέσον συναλλαγής. Η Αλεξάνδρεια, υπήρξε εποχή κατά την οποία ήταν η "Πύλη του πιπεριού". Για αιώνες την εμπορική εκμετάλλευση την είχαν οι Άραβες. Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο έλεγχος πέρασε στη Βενετία και τη Γένοβα.  
  Για την αξία των μπαχαρικών ο λαός λέει: "Μαύρο το κανελοπίπερο αλλά πουλιέται με το δράμι, το δε άσπρο χιόνι το κατουράν οι σκύλοι".   
  Τέλος, ως προς τη χρήση του, πάντα με μέτρο, γι' αποφυγή στομαχικών, κυρίως, προβλημάτων.          
     Νέα Ιωνία, 1 - 3 - 2005                                                        Ευάγγελος Ι. Ντόντης
            (  Αύγουστος 2007  )       Λ.Ι.Λ.